zero

Listen:
UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈzɪərəʊ/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronuncation: IPA/ˈzɪroʊ/ ,USA pronunciation: respelling(zērō)

Inflections of 'zero' (nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.): nplplural noun: Noun always used in plural form--for example, "jeans," "scissors.": zeroes
Inflections of 'zero' (v): (⇒ conjugate)
zeros
v 3rd person singular
zeroes
v 3rd person singular
zeroing
v pres pverb, present participle: -ing verb used descriptively or to form progressive verb--for example, "a singing bird," "It is singing."
zeroed
v pastverb, past simple: Past tense--for example, "He saw the man." "She laughed."
zeroed
v past pverb, past participle: Verb form used descriptively or to form verbs--for example, "the locked door," "The door has been locked."

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
zero,
0,
also UK: nought
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(cardinal number: 0)μηδέν ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 Five times zero is zero.
zero,
0,
also UK: nought
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(symbol for 0)μηδενικό ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
  μηδέν ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 The teacher wrote a zero on the board.
zero,
0,
also UK: O,
oh
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(in phone number: 0)μηδέν ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 My number is five nine zero three eight two.
zero,
0
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(Celsius: freezing)μηδέν ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
  μηδέν βαθμοί Κελσίου περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 Temperatures are due to hit zero this week.
zero nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. figurative, informal (nothing: starting point) (μεταφορικά, καθομ)μηδέν ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 When my parents arrived in this country, they had nothing; they started from zero.
zero adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (not a single one)κανένας αντωναντωνυμία: Δηλώνει ουσιαστικό ή επίθετο το οποίο δεν αναφέρεται, π.χ. εγώ, εσύ, αυτός/αυτή/αυτό κλπ.
 Zero employees have been off sick this month.
zero adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (not any of [sth])μηδενικός επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
  καθόλου επίρ ως επίθ
  καθόλου επίρεπίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.
 The new trainee is hopeless; he puts in zero effort.
zero pronpronoun: Replaces noun--for example, "He took the cookie and ate it." "I saw you yesterday." (people, things: not one of them)μηδέν ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
  κανένας αντωναντωνυμία: Δηλώνει ουσιαστικό ή επίθετο το οποίο δεν αναφέρεται, π.χ. εγώ, εσύ, αυτός/αυτή/αυτό κλπ.
 Of the thirty students who took the exam, zero managed to pass.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
zero nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. figurative, informal ([sb] unimportant) (μεταφορικά, προσβλητικό)μηδενικό ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 Ignore David; he's a zero.
zero [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (change to 0)μηδενίζω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 Rose placed the bowl on the electronic scales, weighed out the butter, and then zeroed the scales before adding the sugar.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
absolute zero nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (lowest possible temperature) (κατώτερη δυνατή θερμοκρασία)απόλυτο μηδέν ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 Absolute zero, zero degrees Kelvin, is -473 Fahrenheit or -273.15 Celsius.
below zero adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (colder than freezing)κάτω από το μηδέν έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
  (επίσημο)υπό του μηδενός έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 Christ, it's below zero out there!
below zero advadverb: Describes a verb, adjective, adverb, or clause--for example, "come quickly," "very rare," "happening now," "fall down." (colder than freezing)κάτω από το μηδέν έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
  (επίσημο)υπό του μηδενός έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 Temperatures in Moscow regularly drop below zero.
Ground Zero nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (World Trade Center site in New York City) (09/11/2001)Σημείο Μηδέν, Γκράουντ Ζήρο των Δίδυμων Πύργων της Νέας Υόρκης έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 The US president visited Ground Zero in New York in the wake of the September 11 attacks.
ground zero nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (explosion: impact area)επίκεντρο έκρηξης έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
sub-zero,
subzero
adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house."
(temperature: below freezing)κάτω από το μηδέν έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
  (καθαρεύουσα)υπό το μηδέν έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
zero gravity (physics)μηδενική βαρύτητα επίθ + ουσ θηλ
  απουσία βαρύτητας φρ ως ουσ θηλφράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.
zero in viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived." informal (focus)εστιάζω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  σημαδεύω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 The pilot zeroed in and launched his attack.
zero in on [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." informal (focus)εστιάζω σε κτ ρ αμ + προθ
 An auditor knows how to zero in on the problems lurking in a financial report.
zero score nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (test or competition result of 0)μηδενική βαθμολογία επίθ + ουσ θηλ
 Test-takers will receive a zero score if no attempt is made to answer the question.
zero tolerance nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (strict policy)μηδενική ανοχή επίθ + ουσ θηλ
zero tolerance n as adjnoun as adjective: Describes another noun--for example, "boat race," "dogfood." (approach, policy: very strict)μηδενική ανοχή επίθ + ουσ θηλ
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'zero' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
Συμφράσεις: zero in on the [target, enemy, building], zeroed in on my [studies, homework, performance], zeroed in on the [target, destination], περισσότερα…

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση zero στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'zero'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης