Σε αυτή τη σελίδα: yielding, yield

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
yielding adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (giving way, pliable)ελαστικός, εύκαμπτος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
yielding adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (person: submissive)υποχωρητικός, ενδοτικός, συμβιβαστικός επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
yield viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived." US, Ire (let other traffic pass)δίνω προτεραιότητα περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 You must yield at this intersection to let other traffic pass.
 Πρέπει να δώσεις προτεραιότητα σε αυτήν τη διασταύρωση και να αφήσεις το άλλο ρεύμα να περάσει.
yield viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived." (give way, submit)υποκύπτω ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
 He yielded to the pressure of the others and changed the channel.
 Υπέκυψε στην πίεση των άλλων και άλλαξε κανάλι.
yield nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (amount produced)σοδειά ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
  απόδοση ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 The yield this year was outstanding for corn farmers.
 Η σοδειά ήταν εκπληκτική φέτος για τους παραγωγούς καλαμποκιού.
 This sentence is not a translation of the original sentence. Η φετινή απόδοση των χωραφιών ήταν η καλύτερη της τελευταίας δεκαετίας.
yield nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (finance: amount of gain)απόδοση ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 The yield on these bonds is 3%.
 Η απόδοση αυτών των ομολόγων είναι 3%.
 
Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
yield viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived." (bend under pressure)λυγίζω ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
 You could see the steel beam yielding under the great weight of the building.
yield viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived." (agriculture: produce)αποδίδω ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
  έχω απόδοση ρ έκφρρηματική έκφραση: Συνδυασμός βοηθητικού ρήματος και ουσιαστικού, επιθέτου ή μετοχής, π.χ. γίνομαι γιατρός, είμαι ψηλός, είμαι κουρασμένος κλπ.
 This farm yielded very well this year.
yield,
yield to [sb]
viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived."
(allow to speak)δίνω τον λόγο σε κπ περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 I yield to the esteemed senator from Colorado.
yield [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (surrender)παραδίδω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 The army yielded its weapons to the enemy.
yield [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (admit another's superiority)αποσύρω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  ανακαλώ ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 I have to yield my argument. You are right.
yield [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (agriculture: produce)παράγω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  αποδίδω, αποφέρω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 The farm yielded a good crop of potatoes.
yield [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (finance: produce)αποδίδω, αποφέρω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 The investment yielded a strong return.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Σύνθετοι τύποι:
yielding | yield
ΑγγλικάΕλληνικά
nonyielding,
non-yielding
adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house."
(resistant)μη ενδοτικός περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  μη υποχωρητικός περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'yielding' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση yielding στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'yielding'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης