y

Listen:
UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations'Y', 'y': /ˈwaɪ/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronuncation: IPA'Y', 'y': /waɪ/ ,USA pronunciation: respelling'Y', 'y': (wī)

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
y,
Y
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(25th letter of alphabet) (25o γράμμα αγγλικού αλφάβητου)y ουσ ουδ άκλουσιαστικό ουδέτερο άκλιτο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους και δεν κλίνεται, π.χ. σάντουιτς, κομπιούτερ κλπ. Συχνά είναι ξενικής προέλευσης.
 How many Y's are there in 'mystify'?
 Πόσα «y» υπάρχουν στη λέξη «mystify»;
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
y,
y,
ey
suffixsuffix: Added to end of word stem--for example, friendless = friend+less.
(adjective: denotes quality)παραγωγική κατάληξη της αγγλικής γλώσσας, που δηλώνει ιδιότητα β' συνθετικό: Βρίσκεται στην τέλος μια λέξης και σε οριμένες περιπτώσης φανερώνει το νόημα αυτής, π.χ. υψηλόβαθμος, χαμηλόβαθμοςκλπ.
Σχόλιο: Δεν υπάρχει αντιστοιχία.
 For example: smelly, shiny
y suffixsuffix: Added to end of word stem--for example, friendless = friend+less. (noun: denotes action)παραγωγική κατάληξη της αγγλικής γλώσσας, που δηλώνει ενέργεια β' συνθετικό: Βρίσκεται στην τέλος μια λέξης και σε οριμένες περιπτώσης φανερώνει το νόημα αυτής, π.χ. υψηλόβαθμος, χαμηλόβαθμοςκλπ.
Σχόλιο: Δεν υπάρχει αντιστοιχία. Στην ελληνική γλώσσα τέτοιες καταλήξεις είναι οι εξής: -άλα, -εία, -ση, -ψη, -ξη, -ιά, -ία, -ίλα, -ιμο, -μα, -μός, -μή, -ούρα, -τό.
y,
y,
ie,
ey
suffixsuffix: Added to end of word stem--for example, friendless = friend+less.
informal (noun: diminutive)παραγωγική κατάληξη της αγγλικής γλώσσας, που δηλώνει υποκορισμό β' συνθετικό: Βρίσκεται στην τέλος μια λέξης και σε οριμένες περιπτώσης φανερώνει το νόημα αυτής, π.χ. υψηλόβαθμος, χαμηλόβαθμοςκλπ.
Σχόλιο: Δεν υπάρχει αντιστοιχία. Στην ελληνική γλώσσα, τέτοιες καταλήξεις είναι οι εξής: -άκι, -άκης, -ίτσα, -άκος, -κας, -οπούλα, -όπουλο, -ούδι, -ούλης, -ούλα.
 For example: kiddie
y,
y,
ie,
ey
suffixsuffix: Added to end of word stem--for example, friendless = friend+less.
informal (noun: affectionate) (κατάληξη ουσιαστικού: χαϊδευτικό)παραγωγική κατάληξη της αγγλικής γλώσσας, που έχει χαϊδευτική χρήση β' συνθετικό: Βρίσκεται στην τέλος μια λέξης και σε οριμένες περιπτώσης φανερώνει το νόημα αυτής, π.χ. υψηλόβαθμος, χαμηλόβαθμοςκλπ.
Σχόλιο: Δεν υπάρχει αντιστοιχία. Στην ελληνική γλώσσα, τέτοιες καταλήξεις είναι οι εξής: -ούλα, -άκας, -άκα, -ούλης.
 For example: sweetie, lovey
y,
y
suffixsuffix: Added to end of word stem--for example, friendless = friend+less.
(noun: denoting character)παραγωγική κατάληξη της αγγλικής γλώσσας, που δηλώνει χαρακτηριστικό β' συνθετικό: Βρίσκεται στην τέλος μια λέξης και σε οριμένες περιπτώσης φανερώνει το νόημα αυτής, π.χ. υψηλόβαθμος, χαμηλόβαθμοςκλπ.
Σχόλιο: Δεν υπάρχει αντιστοιχία.
 For example: crazy, sticky
y,
y,
ey
suffixsuffix: Added to end of word stem--for example, friendless = friend+less.
(adjective: denoting tendency)παραγωγική κατάληξη της αγγλικής γλώσσας, που δηλώνει τάση β' συνθετικό: Βρίσκεται στην τέλος μια λέξης και σε οριμένες περιπτώσης φανερώνει το νόημα αυτής, π.χ. υψηλόβαθμος, χαμηλόβαθμοςκλπ.
Σχόλιο: Δεν υπάρχει αντιστοιχία.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
NY,
N.Y.
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
written, initialism (New York City) (συντομογραφία)ΝΥ ουσ θηλ άκλουσιαστικό θηλυκό άκλιτο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους και δεν κλίνεται, π.χ. μακιγιέζ, μπέιμπι-σίτερ κλπ. Συχνά είναι ξενικής προέλευσης.
  (ολογράφως)Νέα Υόρκη ουσ θηλ κύρκύριο ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε συγκεκριμένο πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. Μαρία, Ελλάδα, Ελληνίδα κλπ.
 I live in NY, but I have a vacation home outside the city on the beach.
NY,
N.Y.
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
written, initialism (New York state) (σντμ, Νέα Υόρκη)ΝΥ ουσ θηλ άκλουσιαστικό θηλυκό άκλιτο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους και δεν κλίνεται, π.χ. μακιγιέζ, μπέιμπι-σίτερ κλπ. Συχνά είναι ξενικής προέλευσης.
  (ολογράφως)Νέα Υόρκη ουσ θηλ κύρκύριο ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε συγκεκριμένο πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. Μαρία, Ελλάδα, Ελληνίδα κλπ.
 Please send the package to my home in Syracuse, NY.
secy,
sec'y
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
written, abbreviation (secretary)γραμματέας ουσ αρσ, ουσ θηλουσιαστικό αρσενικό, ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού και θηλυκού γένους. Αναφέρονται αμφότερα καθώς ο ξενόγλωσσος όρος αναφέρεται και στα δύο γένη.
sh***y,
sh*tty
adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house."
vulgar, slang (shitty) (γραπτός λόγος, διαδίκτυο)σκ@το- α' συνθετικό
  (γραπτός λόγος, διαδίκτυο)σκ@τένιος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
Σχόλιο: All meanings of "shitty" can be spelled "sh***y" or "sh*tty" when someone wants to avoid writing out a profane word.
Σχόλιο: Στον γραπτό λόγο και κυρίως στο διαδίκτυο, για λόγους κομψότητας ή για να μη λογοκρίνεται και αφαιρείται η λέξη, κάποιοι χαρακτήρες αντικαθιστώνται από σύμβολα όπως @ ή *. Ενδέχεται να υπάρχουν περισσότερες παραλλαγές.
 We went to a real sh***y restaurant for lunch and everyone got food poisoning.
YWCA nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. initialism (Young Women's Christian Association)Χριστιανική Αδελφότητα Νεανίδων φρ ως ουσ θηλφράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'y' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση y στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'y'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης