womanize

UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈwʊmənaɪz/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronuncation: IPA/ˈwʊməˌnaɪz/ ,USA pronunciation: respelling(wŏŏmə nīz′)

Inflections of 'womanize' (v): (⇒ conjugate)
womanizes
v 3rd person singular (US & UK)
womanizing
v pres pverb, present participle: -ing verb used descriptively or to form progressive verb--for example, "a singing bird," "It is singing." (US & UK)
womanized
v pastverb, past simple: Past tense--for example, "He saw the man." "She laughed." (US & UK)
womanized
v past pverb, past participle: Verb form used descriptively or to form verbs--for example, "the locked door," "The door has been locked." (US & UK)
womanised
v past pverb, past participle: Verb form used descriptively or to form verbs--for example, "the locked door," "The door has been locked." (UK)

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
womanize,
also UK: womanise
viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived."
(man: try to seduce many women)είμαι γυναικάς ρ εκφρ
  (καθομιλουμένη)γκομενίζω ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
  (πάω με πολλές γυναίκες)μπερμπαντεύω ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
  (εξωσυζυγικές σχέσεις)μουρνταρεύω ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'womanize' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση womanize στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'womanize'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης