woman

UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈwʊmən/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronuncation: IPA/ˈwʊmən/ ,USA pronunciation: respelling(wŏŏmən)

Inflections of 'woman' (nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.): nplplural noun: Noun always used in plural form--for example, "jeans," "scissors.": women

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
woman nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (adult female)γυναίκα ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 She is a beautiful woman.
 Είναι όμορφη γυναίκα.
woman nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. slang (female partner) (αργκό: όχι σύζυγος)γυναίκα ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 My woman treats me right.
 Αυτή η πρόταση δεν είναι μετάφραση της αγγλικής πρότασης. Καιρό έχουμε να τα πούμε! Πως είναι η γυναίκα; Είστε ακόμα μαζί;
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
woman nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. informal, pejorative (wife) (καθομ, ενίοτε μειωτικό)γυναικάκι ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
  γυναίκα ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 I have to go home to the little woman.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
career woman nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (professional female)γυναίκα καριέρας, γυναίκα για καριέρα φρ ως ουσ θηλφράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.
  (καθομιλουμένη)καριερίστα ουσ θηλ άκλουσιαστικό θηλυκό άκλιτο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους και δεν κλίνεται, π.χ. μακιγιέζ, μπέιμπι-σίτερ κλπ. Συχνά είναι ξενικής προέλευσης.
cleaning woman nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (female cleaner)καθαρίστρια ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 My grandmother always tidies up before her cleaning woman arrives.
fallen woman nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. dated, figurative (prostitute) (ευφημισμός)κοινή γυναίκα επίθ + ουσ θηλ
  πόρνη ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
foxy woman nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. slang (attractive female) (αργκό)ωραία γκόμενα επίθ + ουσ θηλ
  γκομενάρα ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
  (αργκό, χυδαίο)καβλιάρα γυναίκα επίθ + ουσ θηλ
  (αργκό, χυδαίο)τσαχπινοκαβλιάρα, καβλιάρα ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 That Stacy is one foxy woman. I'm going to ask her out on a date.
grown woman nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (adult female)μεγάλη γυναίκα επίθ + ουσ θηλ
  (μτφ, εμφατικός τύπος)ολόκληρη γυναίκα επίθ + ουσ θηλ
 She dresses like a grown woman, but she's still a young girl.
make an honest woman of [sb] v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." dated, humorous (marry) (παλαιό, χιουμοριστικό)γυναίκα της οποίας η τιμή έχει αποκατασταθεί περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
Σχόλιο: Συνήθως χρησιμοποείται το ρήμα «αποκαθιστώ», πχ «Πότε θα την αποκαταστήσεις; Είστε μαζί τόσα χρόνια.»
 Sara's father was happy because Tom had made an honest woman of her.
kept woman nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. dated (lives off rich man)ερωμένη πλούσιου άντρα που συντηρείται από αυτόν β' συνθετικό: Βρίσκεται στην τέλος μια λέξης και σε οριμένες περιπτώσης φανερώνει το νόημα αυτής, π.χ. υψηλόβαθμος, χαμηλόβαθμοςκλπ.
Σχόλιο: Δεν υπάρχει αντίστοιχος όρος.
married woman nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (woman who is [sb]'s wife)παντρεμένη μτχ πρκμετοχή παρακειμένου: Χρησιμοποιείται ως επίθετο ή ουσιαστικό και έχει τρία γένη, π.χ. χαμένος, χαμένη, χαμένο κλπ.
  (κατά λέξη)παντρεμένη γυναίκα περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 Julia is a married woman with two children.
mature woman nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (middle-aged female) (μεταφορικά)ώριμη γυναίκα επίθ + ουσ θηλ
old woman nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (elderly lady)ηλικιωμένη κυρία/γυναίκα έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 Every day I see the same little old woman sitting on that park bench feeding pigeons.
post-menopausal woman nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (no longer menstruates)γυναίκα μετά την εμμηνόπαυση φρ ως ουσ θηλφράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.
  (επίσημο)γυναίκα στη μετεμμηνοπαυσιακή περίοδο φρ ως ουσ θηλφράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.
PR woman nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. informal (female Public Relations officer)υπεύθυνη δημοσίων σχέσεων φρ ως ουσ θηλφράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.
scarlet woman nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. dated (prostitute, promiscuous female)γυναίκα χαλαρών ηθών φρ ως ουσ θηλφράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.
  γυναίκα του δρόμου φρ ως ουσ θηλφράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.
  (μεταφορική, υβριστικό)πόρνη ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 Sadly, because of her unfaithfulness to her husband, she was called a scarlet woman.
single woman nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (adult female without a partner)ελεύθερη γυναίκα, εργένισσα έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 She broke up with her boyfriend and is now a single woman again.
spacewoman,
space woman,
plural: spacewomen
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(female astronaut)αστροναύτης ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
  (καθομιλουμένη, σπάνιο)αστροναύτισσα ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
spacewoman,
space woman,
plural: spacewomen
(alien creature: female)εξωγήινη επίθ ως ουσουσιαστικοποιημένο επίθετο: Επίθετο που χρησιμοποιείται ως ουσιαστικό, π.χ. κάνε το καλό και ρίξτο στον γυαλό, οι πλούσιοι, κλπ.
stuntwoman,
stunt woman,
plural: stuntwomen,
stunt women
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(female who does stunts on film) (γυναίκα)κασκαντέρ ουσ θηλ άκλουσιαστικό θηλυκό άκλιτο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους και δεν κλίνεται, π.χ. μακιγιέζ, μπέιμπι-σίτερ κλπ. Συχνά είναι ξενικής προέλευσης.
tally woman nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. archaic (illicit female lover)ερωμένη ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
  (παλαιότερος τύπος)μετρέσα ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
the other woman nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. figurative (married man's female lover)η άλλη περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  (ανεπίσημο, προσβλ)η γκόμενα περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  (ευφημισμός)το τρίτο πρόσωπο έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
trans woman nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (transgender woman)τρανς ουσ ουδ άκλουσιαστικό ουδέτερο άκλιτο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους και δεν κλίνεται, π.χ. σάντουιτς, κομπιούτερ κλπ. Συχνά είναι ξενικής προέλευσης.
woman of the world nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (sophisticated woman)εκλεπτυσμένη γυναίκα ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
Σχόλιο: δεν υπάρχει ακριβής αντιστοιχία
 My Aunt Charlotte was really a woman of the world.
woman to woman advadverb: Describes a verb, adjective, adverb, or clause--for example, "come quickly," "very rare," "happening now," "fall down." (from one woman to another)γυναίκα προς γυναίκα φρ ως επίρφράση ως επίρρημα ή επιρρηματικός προσδιορισμός: Σύνολο λέξεων που περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. διηγούμαι εν τάχει, περιγράφω με λίγα λόγιακλπ.
woman's prerogative nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (female's right)γυναικείο προνόμιο επίθ + ουσ ουδ
  προνόμιο των γυναικών φρ ως ουσ ουδφράση ως ουσιαστικό ουδέτερο: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους, π.χ. ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα, απολυτήριο λυκείου κλπ.
womanlike,
woman-like
adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house."
(resembling female)γυναικείος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
  θηλυκός επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
  που θυμίζει γυναίκα περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
women's work,
woman's work
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
controversial! (household chores and child-rearing) (πιθανά προσβλητικό)γυναικεία δουλειά επίθ + ουσ θηλ
young woman nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (youthful adult female)νεαρή γυναίκα ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'woman' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
Συμφράσεις: [a strong, a tall, a rich, an intelligent, an elderly, a French, a smart, a satisfied] woman, women-only [spaces, car, session], the woman who [said, sang, made, invented], περισσότερα…

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση woman στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'woman'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης