wive

UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/waɪv/US:USA pronunciation: respellingUSA pronunciation: respelling(wīv)

Inflections of 'wive' (v): (⇒ conjugate)
wives
v 3rd person singular
wiving
v pres pverb, present participle: -ing verb used descriptively or to form progressive verb--for example, "a singing bird," "It is singing."
wived
v pastverb, past simple: Past tense--for example, "He saw the man." "She laughed."
wived
v past pverb, past participle: Verb form used descriptively or to form verbs--for example, "the locked door," "The door has been locked."

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
wive viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived." archaic (marry a woman)νυμφεύομαι ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
  παντρεύομαι, στεφανώνομαι ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση wive στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'wive'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης