Το WordReference δεν έχει τη δυνατότητα να μεταφράσει αυτή τη φράση, μπορείτε όμως να κάνετε κλικ σε κάθε λέξη για να δείτε τη σημασία της:

with a high hand


Η φράση που αναζητήσατε δεν βρέθηκε.
Η εγγραφή για τον όρο with παρατίθεται στη συνέχεια.

Δείτε επίσης: a | high | hand

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
with preppreposition: Relates noun or pronoun to another element of sentence--for example, "a picture of John," "She walked from my house to yours." (accompanying)με πρόθπρόθεση: Συνδυάζεται με επίρρημα ή ουσιαστικό και φανερώνει τρόπο, χρόνο, τόπο κλπ, π.χ. έρχομαι από το σχολείο, πηγαίνω προς το σπίτι κλπ.
  μαζί επίρεπίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.
 She went with him to see a film.
 Αυτή η πρόταση δεν είναι μετάφραση της αγγλικής πρότασης. Πήγε με τον γιο της στον ζωολογικό κήπο.
 Πήγε μαζί του να δουν μια ταινία.
with preppreposition: Relates noun or pronoun to another element of sentence--for example, "a picture of John," "She walked from my house to yours." (having)με πρόθπρόθεση: Συνδυάζεται με επίρρημα ή ουσιαστικό και φανερώνει τρόπο, χρόνο, τόπο κλπ, π.χ. έρχομαι από το σχολείο, πηγαίνω προς το σπίτι κλπ.
 Mine is the car with the red stripe.
 Το δικό μου είναι το αυτοκίνητο με την κόκκινη ρίγα.
with preppreposition: Relates noun or pronoun to another element of sentence--for example, "a picture of John," "She walked from my house to yours." (wearing, carrying)με πρόθπρόθεση: Συνδυάζεται με επίρρημα ή ουσιαστικό και φανερώνει τρόπο, χρόνο, τόπο κλπ, π.χ. έρχομαι από το σχολείο, πηγαίνω προς το σπίτι κλπ.
 He's the one with the dark blue shirt.
 Είναι αυτός με το σκούρο μπλε πουκάμισο.
with preppreposition: Relates noun or pronoun to another element of sentence--for example, "a picture of John," "She walked from my house to yours." (by means of)με πρόθπρόθεση: Συνδυάζεται με επίρρημα ή ουσιαστικό και φανερώνει τρόπο, χρόνο, τόπο κλπ, π.χ. έρχομαι από το σχολείο, πηγαίνω προς το σπίτι κλπ.
  (επίσημο)δια επίρεπίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.
 He ate with a fork. With this software you can track all your business contacts in one place.
 Έφαγε με ένα πιρούνι. Με αυτό το λογισμικό μπορείς να συγκεντρώσεις όλες τις επαγγελματικές επαφές σου σε ένα μέρος.
 Αυτή η πρόταση δεν είναι μετάφραση της αγγλικής πρότασης. Οι μικροοργανισμοί είναι ορατοί μόνο δια μικροσκοπίου.
with preppreposition: Relates noun or pronoun to another element of sentence--for example, "a picture of John," "She walked from my house to yours." (use of material)με πρόθπρόθεση: Συνδυάζεται με επίρρημα ή ουσιαστικό και φανερώνει τρόπο, χρόνο, τόπο κλπ, π.χ. έρχομαι από το σχολείο, πηγαίνω προς το σπίτι κλπ.
 Fill those buckets with dirt.
 Γέμισε τους κουβάδες με λάσπη.
with preppreposition: Relates noun or pronoun to another element of sentence--for example, "a picture of John," "She walked from my house to yours." (employed by)για πρόθπρόθεση: Συνδυάζεται με επίρρημα ή ουσιαστικό και φανερώνει τρόπο, χρόνο, τόπο κλπ, π.χ. έρχομαι από το σχολείο, πηγαίνω προς το σπίτι κλπ.
  (εμπρόθετο άρθρο)στον, στην, στο άρθ οράρθρο οριστικό: Δηλώνει ορισμένο πρόσωπο, ζώο ή πράγμα (ο, η, το).
  σε β' συνθετικό: Βρίσκεται στην τέλος μια λέξης και σε οριμένες περιπτώσης φανερώνει το νόημα αυτής, π.χ. υψηλόβαθμος, χαμηλόβαθμοςκλπ.
 John is with IBM, where he is a marketing director.
 Ο Γιάννης εργάζεται για την ΙΒΜ, όπου είναι διευθυντής του διαφημιστικού τμήματος.
 Ο Γιάννης εργάζεται στην ΙΒΜ, όπου είναι διευθυντής του διαφημιστικού τμήματος.
 Αυτή η πρόταση δεν είναι μετάφραση της αγγλικής πρότασης. Ο πατέρας μου εργάζεται σε μια μεγάλη εταιρεία.
with preppreposition: Relates noun or pronoun to another element of sentence--for example, "a picture of John," "She walked from my house to yours." (according to)με πρόθπρόθεση: Συνδυάζεται με επίρρημα ή ουσιαστικό και φανερώνει τρόπο, χρόνο, τόπο κλπ, π.χ. έρχομαι από το σχολείο, πηγαίνω προς το σπίτι κλπ.
 The temperature varies with wind speed and direction.
 Η θερμοκρασία αλλάζει με την ταχύτητα και την κατεύθυνση του ανέμου.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
with preppreposition: Relates noun or pronoun to another element of sentence--for example, "a picture of John," "She walked from my house to yours." (in the care of)με προθ
  (στο σπίτι κάποιου)στον, στην, στο άρθ οράρθρο οριστικό: Δηλώνει ορισμένο πρόσωπο, ζώο ή πράγμα (ο, η, το).
 The child is with his uncle while his parents are on holiday.
 Το παιδί είναι με το θείο του όσο οι γονείς του είναι σε διακοπές.
 Το παιδί είναι στο θείο του όσο οι γονείς του είναι σε διακοπές.
with preppreposition: Relates noun or pronoun to another element of sentence--for example, "a picture of John," "She walked from my house to yours." (manner, attitude)με προθ
 He acts firmly, with apparent authority.
with preppreposition: Relates noun or pronoun to another element of sentence--for example, "a picture of John," "She walked from my house to yours." (in spite of)παρά επίρεπίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.
 With all her troubles, she remains optimistic.
with preppreposition: Relates noun or pronoun to another element of sentence--for example, "a picture of John," "She walked from my house to yours." (responsibility) (εμπρόθετο άρθ)στον, στην, στο αρθ ορ
  σε β' συνθετικό: Βρίσκεται στην τέλος μια λέξης και σε οριμένες περιπτώσης φανερώνει το νόημα αυτής, π.χ. υψηλόβαθμος, χαμηλόβαθμοςκλπ.
 We left all those matters with the hotel staff.
 Αφήσαμε όλα αυτά τα ζητήσματα στο προσωπικό του ξενοδοχείου.
 Αυτή η πρόταση δεν είναι μετάφραση της αγγλικής πρότασης. Άφησε σε μένα το μαγείρεμα και πήγαινε να ξεκουραστείς.
with preppreposition: Relates noun or pronoun to another element of sentence--for example, "a picture of John," "She walked from my house to yours." (affected by)με προθ
 She's off sick with a bad cold.
 Αυτή η πρόταση δεν είναι μετάφραση της αγγλικής πρότασης. Και τα δυο παιδιά μου είναι στο κρεβάτι με κρυολόγημα.
with preppreposition: Relates noun or pronoun to another element of sentence--for example, "a picture of John," "She walked from my house to yours." (showing cause)από επίρεπίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.
 The children are giddy with excitement
with preppreposition: Relates noun or pronoun to another element of sentence--for example, "a picture of John," "She walked from my house to yours." (using professionally)με προθ
 We've been with Citibank for years.
 Συνεργαζόμαστε χρόνια με τη Citibank.
with preppreposition: Relates noun or pronoun to another element of sentence--for example, "a picture of John," "She walked from my house to yours." (in the same way)με πρόθπρόθεση: Συνδυάζεται με επίρρημα ή ουσιαστικό και φανερώνει τρόπο, χρόνο, τόπο κλπ, π.χ. έρχομαι από το σχολείο, πηγαίνω προς το σπίτι κλπ.
  ακολουθώντας κτ μτχ ενεστμετοχή ενεστώτα: Χρησιμοποιείται ως επίθετο ή ουσιαστικό και έχει τρία γένη, π.χ. υπογράφων, υπογράφουσα, υπογράφον κλπ.
 Cut the boards with the grain.
with preppreposition: Relates noun or pronoun to another element of sentence--for example, "a picture of John," "She walked from my house to yours." (in association)με προθ
 She worked with communities to improve local services.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Phrasal verbs
ΑγγλικάΕλληνικά
associate with [sb] vtr phrasal insepphrasal verb, transitive, inseparable: Verb with adverb(s) or preposition(s), having special meaning, not divisible--for example,"go with" [=combine nicely]: "Those red shoes don't go with my dress." NOT [S]"Those red shoes don't go my dress with."[/S] (keep the company of)συναναστρέφομαι, κάνω παρέα με ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 I don't want you to associate with him; he's not good for you.
 Δε θέλω να τον συναναστρέφεσαι. Δεν είναι καλός για σένα.
bear with [sb] vtr phrasal insepphrasal verb, transitive, inseparable: Verb with adverb(s) or preposition(s), having special meaning, not divisible--for example,"go with" [=combine nicely]: "Those red shoes don't go with my dress." NOT [S]"Those red shoes don't go my dress with."[/S] (be patient)κάνω υπομονή, δείχνω κατανόηση έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
  (κάτι δυσάρεστο)ανέχομαι ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 I asked them to bear with me while I checked the details of their booking.
 Τους ζήτησα να κάνουν υπομονή, ενώ έλεγχα τις λεπτομέρειες της κράτησής τους.
blend in with [sth] vi phrasal + prep figurative (fit, match)ταιριάζω με κτ ρ αμ + πρόθ
  εναρμονίζομαι με κτ ρ αμ + πρόθ
 Her new sofa blends in perfectly with the rest of her stylish apartment decor.
 Ο νέος της καναπές ταιριάζει άψογα με την υπόλοιπη στυλάτη διακόσμηση στο διαμέρισμά της.
break up with [sb] vtr phrasal insepphrasal verb, transitive, inseparable: Verb with adverb(s) or preposition(s), having special meaning, not divisible--for example,"go with" [=combine nicely]: "Those red shoes don't go with my dress." NOT [S]"Those red shoes don't go my dress with."[/S] (separate)χωρίζω με ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 I think you need to break up with your boyfriend.
break with [sb] vtr phrasal insepphrasal verb, transitive, inseparable: Verb with adverb(s) or preposition(s), having special meaning, not divisible--for example,"go with" [=combine nicely]: "Those red shoes don't go with my dress." NOT [S]"Those red shoes don't go my dress with."[/S] ([sb]: end association)παύω να έχω σχέση με κπ περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  (καθομιλουμένη, μεταφορικά)χωρίζω τα τσανάκια μου με κπ έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
  (αργκό, μεταφορικά)τα σπάω με κπ έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
break with [sth] vtr phrasal insepphrasal verb, transitive, inseparable: Verb with adverb(s) or preposition(s), having special meaning, not divisible--for example,"go with" [=combine nicely]: "Those red shoes don't go with my dress." NOT [S]"Those red shoes don't go my dress with."[/S] (stop complying with)παραβιάζω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  δεν τηρώ, δεν ακολουθώ περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  (μεταφορικά)σπάω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
break with [sb/sth] vtr phrasal insepphrasal verb, transitive, inseparable: Verb with adverb(s) or preposition(s), having special meaning, not divisible--for example,"go with" [=combine nicely]: "Those red shoes don't go with my dress." NOT [S]"Those red shoes don't go my dress with."[/S] (group: withdraw from)απομακρύνομαι από κπ/κτ ρ αμ + πρόθ
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
abound with [sth] vi + prep (be filled with [sth])είμαι γεμάτος από κτ, είμαι γεμάτος με κτ, είμαι γεμάτος κτ ρ έκφρρηματική έκφραση: Συνδυασμός βοηθητικού ρήματος και ουσιαστικού, επιθέτου ή μετοχής, π.χ. γίνομαι γιατρός, είμαι ψηλός, είμαι κουρασμένος κλπ.
  (λόγιος)βρίθω από κτ ρ αμ + πρόθ
 The hotel cellars were abounding with vermin.
accessorize [sth] with [sth],
also UK: accessorise [sth] with [sth]
vtr + prep
(furnish [sth] with accessories) (αξεσουάρ σε κτ)προσθέτω κτ σε κτ ρ μ + πρόθ
  (κτ με αξεσουάρ)συμπληρώνω κτ με κτ ρ μ + πρόθ
accord with [sth] vi + prep (correspond)είμαι σε συμφωνία ρ έκφρρηματική έκφραση: Συνδυασμός βοηθητικού ρήματος και ουσιαστικού, επιθέτου ή μετοχής, π.χ. γίνομαι γιατρός, είμαι ψηλός, είμαι κουρασμένος κλπ.
  συμφωνώ με ρ αμ + προθ
 Make sure your behavior accords with the company's code of conduct.
 Βεβαιώσου πως η συμπεριφορά σου συμφωνεί με τον εταιρικό κώδικα συμπεριφοράς.
accouter [sb] with [sth] (US),
accoutre [sb] (UK)
vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat."
(equip or furnish)εφοδιάζω κπ με κτ ρ μ + πρόθ
  εξοπλίζω κπ με κτ ρ μ + πρόθ
acquaint [sb] with [sth] vtr + prep (introduce, make familiar) (κάποιον με κάτι)εξοικειώνω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  (κάτι σε κάποιον)μαθαίνω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 Once Mark had acquainted his assistant with the computer program, she was able to work on her own.
acquaint yourself with [sth] v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (become familiar with)εξοικειώνομαι ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
 Read the book, and acquaint yourself with Shakespeare's work.
acquaintance with [sth] nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (knowledge of a subject) (κάποιου θέματος)γνώση ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 An acquaintance with modern history would be useful for those wishing to take this course of study.
be acquainted with [sb] v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (know [sb](με κάποιον)γνωρίζομαι ρ μ αλληλοπαθρήμα μεταβατικό και αλληλοπαθητικό: Φανερώνει ότι η ενέργεια την οποία εκτελούν τα υποκείμενα επιστρέφει στα ίδια τα υποκείμενα, π.χ. αγαπιούνται (=αγαπάνε ο ένας τον άλλον) κλπ. Συχνά ξεκινάει με το πρόθημα αλληλο-
  (κάποιον)γνωρίζω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 Harry, I believe you are acquainted with Miss Forbes?
be acquainted with [sth] v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." formal (be familiar with [sth](κάτι)γνωρίζω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  (κάποιου θέματος)έχω γνώση ρ έκφρρηματική έκφραση: Συνδυασμός βοηθητικού ρήματος και ουσιαστικού, επιθέτου ή μετοχής, π.χ. γίνομαι γιατρός, είμαι ψηλός, είμαι κουρασμένος κλπ.
 Audiences in Ancient Greece were acquainted with the idea of a hero having a tragic flaw.
adorn [sth] with [sth] vtr + prep often passive (decorate with)διακοσμώ κτ με κτ, στολίζω κτ με κτ ρ μ + πρόθ
 My mother likes to adorn the house with flowers.
affiliate with [sth] vi + prep (associate yourself with [sth])σχετίζομαι με κτ, συνδέομαι με κτ ρ αμ + πρόθ
  (επαγγελματικά θέματα)συνεργάζομαι με κτ ρ αμ + πρόθ
 The lawyer wanted to affiliate with a foreign firm.
affiliate [sth] with [sth] vtr + prep (associate, connect)συνδέω κτ με κτ ρ μ + πρόθ
  συσχετίζω κτ με κτ ρ μ + πρόθ
 The owner has been trying not to affiliate the company with any political parties.
affiliated with [sth/sb] adj + prep (associated with)που συνδέεται με κπ/κτ, που σχετίζεται με κπ/κτ περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  που συνεργάζεται με κπ/κτ περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 The attack was carried out by an individual claiming to be affiliated with a known terrorist group.
agree with [sb] vi + prep (have same opinion)συμφωνώ με κπ ρ αμ + πρόθ
  (αν ακολουθεί αντωνυμία)συμφωνώ μαζί περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  (επίσημο)είμαι της ίδιας άποψης με κπ περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 I asked Jane for her opinion, and she agreed with me.
 Ζήτησα τη γνώμη της Τζέιν κι εκείνη συμφώνησε μαζί μου.
 Ζήτησα τη γνώμη της Τζέιν κι εκείνη ήταν της ίδιας άποψης με εμένα.
agree with [sb] about/on [sth] v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (have same opinion about)συμφωνώ με κπ για κτ περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  (αν ακολουθεί αντωνυμία)συμφωνώ μαζί ... για κτ περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  (επίσημο)είμαι της ίδιας άποψης με κπ για κτ περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 We all agreed with Jack about the colour of the new chairs.
 Όλοι συμφωνήσαμε με τον Τζακ για το χρώμα που θα έχουν οι νέες καρέκλες.
agree with [sth] vi + prep (grammar: have concordance)συμφωνώ με ρ αμ + πρόθ
 In French, the adjective must agree with the noun.
 Στα Γαλλικά, το επίθετο πρέπει να συμφωνεί με το ουσιαστικό.
agree with [sb] vi + prep figurative, informal (be good for digestion) (καθομ, μεταφορικά: για φαγητό)το σηκώνω περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  το στομάχι μου σηκώνει κτ περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  (μεταφορικά)μου κάθεται βαρύ έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 Spicy food does not agree with me.
 Το πικάντικο φαγητό δεν το σηκώνω.
 Το στομάχι μου δεν σηκώνει το πικάντικο φαγητό.
 Το πικάντικο φαγητό μου κάθεται βαρύ στο στομάχι.
align [sth] with [sth] vtr + prep (make level with) (κάτι με κάτι)ευθυγραμμίζω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  (καθομιλουμένη)αλφαδιάζω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 Craig aligned the banister with the adjacent kitchen counter.
 Ο Κρέιγκ ευθυγράμμισε το κάγκελο με τον διπλανό πάγκο της κουζίνας.
align [sb] with [sb/sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." figurative (ally) (μεταφορικά)φέρνω κπ κοντά με κπ περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  κάνω κπ να τα βρει με κπ περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 The sudden betrayal aligned Samantha with her former enemy.
 Η ξαφνική προδοσία έφερε κοντά τη Σαμάνθα με τον πρώην εχθρό της.
align yourself with [sb/sth] v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." figurative (agree with)συμφωνώ με κπ/κτ ρ αμ + προθ
 By agreeing with the decision to move forward with the plans, I unknowingly aligned myself with Anthony.
 Αποδεχόμενη την απόφαση να προχωρήσω με τα σχέδια, χωρίς να το ξέρω συμφώνησα με τον Άντονι.
align with [sth] vi + prep (be level with) (με κάτι)είμαι ευθυγραμμισμένος ρ έκφρρηματική έκφραση: Συνδυασμός βοηθητικού ρήματος και ουσιαστικού, επιθέτου ή μετοχής, π.χ. γίνομαι γιατρός, είμαι ψηλός, είμαι κουρασμένος κλπ.
  (καθομιλουμένη)έρχομαι αλφαδιά ρ έκφρρηματική έκφραση: Συνδυασμός βοηθητικού ρήματος και ουσιαστικού, επιθέτου ή μετοχής, π.χ. γίνομαι γιατρός, είμαι ψηλός, είμαι κουρασμένος κλπ.
 The bookshelf aligns perfectly with the mantel.
 Η βιβλιοθήκη είναι πλήρως ευθυγραμμισμένη με το τζάκι.
align with [sth] vi + prep figurative (conform)συμβαδίζω ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
  συμμορφώνομαι ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
 Crosby's behavior aligns with the culture of the group.
 Η συμπεριφορά του Κρόσμπυ συμβαδίζει με την κουλτούρα της ομάδας.
alive with adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (teeming with)αυτός που βρίθει, γεμάτος από/με, με αφθονία περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 The plaza was alive with all sorts of performers and the people who came to watch.
all over with adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." informal (finished, over) (μόνο παρελθόν)έχω τελειώσει ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
 Thank goodness that ordeal is all over with.
all over with adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (ended a relationship with [sb](για σχέση)τελειώνω ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
  (μεταφορικά: για σχέση)πεθαίνω ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
  όλα τελειώνουν για κτ έκφρ απραπρόσωπη έκφραση: Δεν έχει συγκεκριμένο υποκείμενο, π.χ. φαίνεται ότι, έχει συννεφιά κλπ.
 It's all over with Robert and Hannah.
 Η σχέση του Ρόμπερτ με την Χάνα έχει τελειώσει.
 Η σχέση του Ρόμπερτ με τη Χάνα έχει πεθάνει.
 Όλα τελείωσαν στη σχέση του Ρόμπερτ με τη Χάνα.
alloy [sth] with [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (mix metal with [sth](κάτι με κάτι)αναμειγνύω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 The scientist alloyed tin with copper to make bronze.
 Ο επιστήμονας ανέμειξε κασσίτερο με χαλκό για να φτιάξει μπρούτζο.
ally with [sb/sth] vi + prep (join) (με κάποιον/κάτι)συμμαχώ ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
 Brenda reluctantly allied with her former enemy to solve the problem.
 Η Μπρέντα συμμάχησε απρόθυμα με τον πρώην εχθρό της για να λύσει το πρόβλημα.
ally [sth/sb] with [sth/sb] vtr + prep (join together) (κπ/κτ με κπ/κτ)ενώνω, συνδέω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  (κπ/κτ με κπ/κτ)φέρνω κοντά ρ μ + επίρ
 The army's approach to combat allied military strength and cunning.
along with preppreposition: Relates noun or pronoun to another element of sentence--for example, "a picture of John," "She walked from my house to yours." (in addition to)μαζί με, επιπρόσθετα, επιπλέον επίρεπίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.
 Students need to budget for accommodation, along with the cost of tuition.
 Οι φοιτητές πρέπει να μαζέψουν χρήματα για τη διαμονή κι επιπλέον για το κόστος των διδάκτρων.
along with preppreposition: Relates noun or pronoun to another element of sentence--for example, "a picture of John," "She walked from my house to yours." (together with)μαζί με περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 Vicky went to the night club, along with her friend Cheryl.
 Η Βίκη πήγε στο νυχτερινό κέντρο μαζί με τη φίλη της τη Σέριλ.
alternate with [sb/sth] vi + prep (take turns with [sb](με κπ/κτ)εναλλάσσομαι ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
  (καθομιλουμένη)κάνω κτ εναλλάξ περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 Shannon alternated with Joan as pitcher in the big game.
 Η Σάνον και η Τζόαν έπαιξαν εναλλάξ στη θέση του ρίπτη στο μεγάλο αγώνα.
alternate [sth] with [sth] vtr + prep (cause to change by turns) (κάτι με κάτι)εναλλάσσω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 I stay interested in exercising by alternating running with swimming.
amalgamate [sth] with [sth] vtr + prep (blend [sth] with [sth](κτ με κτ)ενώνω, συνδυάζω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  (με τήξη)συντήκω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  (από κάτι και κάτι)φτιάχνω ένα κράμα περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 The scientists amalgamated the metal with mercury.
and all that goes with it advadverb: Describes a verb, adjective, adverb, or clause--for example, "come quickly," "very rare," "happening now," "fall down." (and everything it entails)και όλα όσα συνεπάγεται έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 She gave her sister a birthday party, with cake, ice cream, and all that goes with it.
angry with [sb],
angry at [sb]
adj + prep
(cross with [sb](με κάποιον)θυμωμένος μτχ πρκμετοχή παρακειμένου: Χρησιμοποιείται ως επίθετο ή ουσιαστικό και έχει τρία γένη, π.χ. χαμένος, χαμένη, χαμένο κλπ.
  (καθομιλουμένη)τσαντισμένος, τσατισμένος, νευριασμένος μτχ πρκμετοχή παρακειμένου: Χρησιμοποιείται ως επίθετο ή ουσιαστικό και έχει τρία γένη, π.χ. χαμένος, χαμένη, χαμένο κλπ.
  (παλαιό)φουρκισμένος μτχ πρκμετοχή παρακειμένου: Χρησιμοποιείται ως επίθετο ή ουσιαστικό και έχει τρία γένη, π.χ. χαμένος, χαμένη, χαμένο κλπ.
  (αργκό)παρμένος μτχ πρκμετοχή παρακειμένου: Χρησιμοποιείται ως επίθετο ή ουσιαστικό και έχει τρία γένη, π.χ. χαμένος, χαμένη, χαμένο κλπ.
 Doris is angry with her lazy husband.
 Η Ντόρις είναι θυμωμένη με τον τεμπέλη σύζυγό της.
 Η Ντόρις είναι τσαντισμένη με τον τεμπέλη σύζυγό της.
angry with [sb] for doing [sth],
angry at [sb] for doing [sth]
exprexpression: Prepositional phrase, adverbial phrase, or other phrase or expression--for example, "behind the times," "on your own."
(cross with [sb](με κπ για κτ, με κπ για κτ που έκανε)θυμωμένος μτχ πρκμετοχή παρακειμένου: Χρησιμοποιείται ως επίθετο ή ουσιαστικό και έχει τρία γένη, π.χ. χαμένος, χαμένη, χαμένο κλπ.
  (καθομιλουμένη)τσαντισμένος, τσατισμένος, νευριασμένος μτχ πρκμετοχή παρακειμένου: Χρησιμοποιείται ως επίθετο ή ουσιαστικό και έχει τρία γένη, π.χ. χαμένος, χαμένη, χαμένο κλπ.
  (παλαιό)φουρκισμένος μτχ πρκμετοχή παρακειμένου: Χρησιμοποιείται ως επίθετο ή ουσιαστικό και έχει τρία γένη, π.χ. χαμένος, χαμένη, χαμένο κλπ.
  (αργκό)παρμένος μτχ πρκμετοχή παρακειμένου: Χρησιμοποιείται ως επίθετο ή ουσιαστικό και έχει τρία γένη, π.χ. χαμένος, χαμένη, χαμένο κλπ.
 I am angry with my sister for taking my book.
be annoyed at [sb/sth],
be annoyed with [sb/sth]
adj + prep
(irritated, angry) (με κάποιον/κάτι)είμαι ενοχλημένος, έχω ενοχληθεί μτχ πρκμετοχή παρακειμένου: Χρησιμοποιείται ως επίθετο ή ουσιαστικό και έχει τρία γένη, π.χ. χαμένος, χαμένη, χαμένο κλπ.
  (πιο έντονο)είμαι εκνευρισμένος, είμαι νευριασμένος, είμαι θυμωμένος μτχ πρκμετοχή παρακειμένου: Χρησιμοποιείται ως επίθετο ή ουσιαστικό και έχει τρία γένη, π.χ. χαμένος, χαμένη, χαμένο κλπ.
 I'm annoyed at my brother for leaving the room in such a mess.
 Είμαι εκνευρισμένη (or: θυμωμένη) με τον αδερφό μου που άφησε το δωμάτιο σε τέτοιο χάλι.
argue about [sth],
argue about [sth] with [sb]
vi + prep
(disagree) (για κτ, με κπ για κάτι)μαλώνω, τσακώνομαι ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
  (πιο ήπιο)διαφωνώ ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
  (επίσημο: για κάτι)συζητώ εντόνως ρ αμ + επίρ
 My friend always argues about money with her husband.
 Η φίλη μου μαλώνει (or: τσακώνεται) συνέχεια με τον σύζυγό της για τα λεφτά.
arm [sb] with [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (equip with weapons) (κάποιον με κάτι)οπλίζω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 The suspect was armed with several firearms.
as agreed with [sb] exprexpression: Prepositional phrase, adverbial phrase, or other phrase or expression--for example, "behind the times," "on your own." (in the way decided with [sb](με κπ)όπως συμφωνήθηκε, όπως έχει συμφωνηθεί περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
as compared with [sb/sth] exprexpression: Prepositional phrase, adverbial phrase, or other phrase or expression--for example, "behind the times," "on your own." (in comparison to)συγκριτικά με κτ περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  σε σύγκριση με κτ περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  εν συγκρίσει με κτ περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 As compared with American English, British English seems more formal.
 Συγκριτικά με τα αμερικάνικα αγγλικά, τα βρετανικά αγγλικά μοιάζουν πιο επίσημα.
as with preppreposition: Relates noun or pronoun to another element of sentence--for example, "a picture of John," "She walked from my house to yours." (as in the case of)όπως στην περίπτωση του έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
Σχόλιο: η ακριβής μετάφραση εξαρτάται από το περιεχόμενο της πρότασης
 As with any grammar rule, there are a lot of exceptions.
associate [sth/sb] with [sth/sb] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (connect mentally) (κπ/κτ με κπ/κτ)συνδέω, συσχετίζω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 For some reason, I associate Max with peanut butter.
 Για κάποιον λόγο, συνδέω τον Μαξ με το φυστικοβούτυρο.
be associated with [sth/sb] v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (be related to) (με κάτι)συνδεδεμένος, συνδυασμένος μτχ πρκμετοχή παρακειμένου: Χρησιμοποιείται ως επίθετο ή ουσιαστικό και έχει τρία γένη, π.χ. χαμένος, χαμένη, χαμένο κλπ.
  συσχετισμένος μτχ πρκμετοχή παρακειμένου: Χρησιμοποιείται ως επίθετο ή ουσιαστικό και έχει τρία γένη, π.χ. χαμένος, χαμένη, χαμένο κλπ.
 For many people, Christmas is associated with gifts and shopping.
 Για πολλούς, τα Χριστούγεννα είναι συνδεδεμένα με δώρα και ψώνια.
associated with [sb/sth] adj + prep (related, connected to) (με κάποιον/κάτι)έχω σχέση ρ έκφρρηματική έκφραση: Συνδυασμός βοηθητικού ρήματος και ουσιαστικού, επιθέτου ή μετοχής, π.χ. γίνομαι γιατρός, είμαι ψηλός, είμαι κουρασμένος κλπ.
  σχετίζομαι ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
 Although they work in similar fields, Charlie is not associated with Bob. She is not associated with the college, so you cannot have her as your advisor.
 Αν και δουλεύουν σε παρόμοιους τομείς, ο Τσάρλυ δεν έχει σχέση με τον Μπομπ. Δεν έχει σχέση με το πανεπιστήμιο, άρα δεν μπορείς να την έχεις ως σύμβουλό σου.
at ease with [sb/sth] adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (comfortable)άνετα επίρεπίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.
 Chris was very friendly, and I instantly felt at ease with him.
 Ο Κρις ήταν πολύ φιλικός και ένιωσα αμέσως άνετα μαζί του.
at grade with exprexpression: Prepositional phrase, adverbial phrase, or other phrase or expression--for example, "behind the times," "on your own." US, idiom (on the same level)στο ίδιο επίπεδο με περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
at odds with [sth] adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (not corresponding)δεν ανταποκρίνεται, βρίσκεται σε δυσαρμονία έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 Your opinion is at odds with the facts.
at odds with [sb] adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (person: disagreeing) (καθομιλουμένη)σε κόντρα με κπ περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  που διαφωνεί με κπ περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  που μαλώνει με κπ περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
at one with adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (in agreement with, at peace with)σε αρμονία περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  συμφιλιωμένος μτχ πρκμετοχή παρακειμένου: Χρησιμοποιείται ως επίθετο ή ουσιαστικό και έχει τρία γένη, π.χ. χαμένος, χαμένη, χαμένο κλπ.
  που έχει έρθει κοντά σε κπ/κτ περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 After I meditate, I feel at one with the world.
be at variance with [sb] adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (disagreeing)δεν συμφωνώ με κπ έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
be at variance with [sth] adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (not corresponding)δεν συμφωνώ με κτ έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
  δεν αντιστοιχώ σε κτ έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
  αντίκειμαι σε κτ ρ αμ + πρόθ
 Your opinion is definitely at variance with the facts.
at war with [sb] exprexpression: Prepositional phrase, adverbial phrase, or other phrase or expression--for example, "behind the times," "on your own." (in armed conflict with)σε πόλεμο με κπ περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 Britain had been at war with France since 1803.
at war with [sb] exprexpression: Prepositional phrase, adverbial phrase, or other phrase or expression--for example, "behind the times," "on your own." figurative (in a dispute with) (μεταφορικά)σε πόλεμο με κπ έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 Mr. Ellis has been at war with his neighbour Mr Barker about the state of his garden.
at war with [sb] exprexpression: Prepositional phrase, adverbial phrase, or other phrase or expression--for example, "behind the times," "on your own." figurative (fighting, in conflict with) (μεταφορικά)σε πόλεμο με κπ έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 Some militant vegans are at war with meat eaters. The Church has often been openly at war with Marxism.
at war with [sth] exprexpression: Prepositional phrase, adverbial phrase, or other phrase or expression--for example, "behind the times," "on your own." figurative (ideas, desires: in conflict with)συγκρούομαι με κτ ρ αμ + πρόθ
au courant with [sth] adj + prep Gallicism (person: aware, cognizant of)ενημερωμένος για κτ, ενήμερος για κτ περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  μέσα στα πράγματα φρ ως επίθφράση ως επίθετο ή επιθετικός προσδιορισμός: Σύνολο λέξεων που περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ. άτομο υψηλής νοημοσύνης, άριστης ποιότητας υλικά κλπ.
  που γνωρίζει κτ, που ξέρει κτ περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
au fait with [sth] adj + prep Gallicism (experienced, knowledgeable)γνώστης ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
  που γνωρίζει περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  κατατοπισμένος μτχ πρκμετοχή παρακειμένου: Χρησιμοποιείται ως επίθετο ή ουσιαστικό και έχει τρία γένη, π.χ. χαμένος, χαμένη, χαμένο κλπ.
away with you interjinterjection: Exclamation--for example, "Oh no!" "Wow!" slang, regional (Leave, get going, be on your way)φύγε, ουστ επιφεπιφώνημα: Φανερώνει έντονο συναίσθημα όπως π.χ. έκπληξη, ενθουσιασμό, απογοήτευση, πόνο κλπ.
 Away with you! proclaimed the king.
balance [sth] with [sth],
balance [sth] against [sth]
vtr + prep
(offset) (κάτι με κάτι άλλο)αντισταθμίζω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  εξισορροπώ ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 Mindy balanced her long hours at work with a visit to the spa.
 Η Μίντυ αντιστάθμισε το πολύωρο ωράριο εργασίας της με μια επίσκεψη στο σπα.
band [sth],
band [sth] with [sth]
vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat."
(mark with a band) (κάτι με κάτι άλλο)μαρκάρω, σημαδεύω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 Band the stalks of the flowers you want to buy.
band [sth],
band [sth] with [sth]
vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat."
(tie)δένω κτ με κτ άλλο ρ μ + πρόθ
  δένω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 He banded the package with a thick string.
 Έδεσε το πακέτο με έναν χοντρό σπάγγο.
bank at [sth],
bank with [sth]
vi + prep
(have an account with: a bank) (σε τράπεζα)έχω λογαριασμό ρ έκφρρηματική έκφραση: Συνδυασμός βοηθητικού ρήματος και ουσιαστικού, επιθέτου ή μετοχής, π.χ. γίνομαι γιατρός, είμαι ψηλός, είμαι κουρασμένος κλπ.
  (με μια τράπεζα)συνεργάζομαι ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
 He banks at Citibank.
 Έχει λογαριασμό στη Citibank.
bank [sth] with [sth] vtr + prep (fire: cover) (τη φωτιά με κάτι)καλύπτω, σκεπάζω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 Bank the fire with sand before you go into your tent.
 Κάλυψε τη φωτιά με άμμο πριν μπεις στη σκηνή σου.
barrage [sb] with [sth] vtr + prep figurative (subject to: questions, etc.) (μεταφορικά: κπ με κτ)βομβαρδίζω, σφυροκοπώ ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  (μεταφορικά: κπ με κτ)κατακλύζω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 The police barraged the child with questions about what he witnessed.
be in contact with [sb/sth] v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (communicate with)συνδέομαι με κπ/κτ ρ αμ + πρόθ
  σχετίζομαι με κπ/κτ ρ αμ + πρόθ
  έχω σχέση με κπ/κτ έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 The man suspected of the bombing attack had been in contact with a foreign terrorist organization.
be in contact with [sth] v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (touch)έρχομαι σε επαφή με κτ έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
  βρίσκομαι σε επαφή με κτ έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 I develop a rash if my skin is in contact with nickel for too long.
be in touch with [sb] v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." informal (make contact)επικοινωνώ με κπ περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 Have you been in touch with her recently?
be in touch with [sb] v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." informal (habitually be in contact)κρατάω επαφή με κπ, είμαι σε επαφή με κπ περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 Are you still in touch with your friends from high school?
 Έχεις κρατήσει επαφή με τους φίλους σου από το λύκειο;
be in with [sb] v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." informal (be friendly with)έχω φιλικές σχέσεις με κπ, τα πάω καλά με κπ έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
be with [sb] vi + prep (be in company of)είμαι μαζί με, είμαι με ρ εκφρ
 The dying woman wanted to be with her family in her last days.
be with [sb] vi + prep informal (date)είμαι με κπ, βγαίνω με κπ ρ αμ + πρόθ
  έχω σχέση με κπ ρ έκφρρηματική έκφραση: Συνδυασμός βοηθητικού ρήματος και ουσιαστικού, επιθέτου ή μετοχής, π.χ. γίνομαι γιατρός, είμαι ψηλός, είμαι κουρασμένος κλπ.
 She's been with her current boyfriend for nearly a year.
be with [sb] vi + prep informal, figurative (showing solidarity) (μεταφορικά)είμαι μαζί με κπ, είμαι δίπλα σε κπ έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 The crowd responded to her speech with shouts of "We're with you, Amelia!"
beaded with [sth] adj + prep figurative (covered with droplets)γεμάτο σταγόνες περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 Jack was panting and his face was beaded with sweat.
beaming with [sth] adj + prep figurative (smiling: with pride, etc.) (μεταφορικά)που λάμπει από κτ, που ακτινοβολεί από κτ περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 I was beaming with pride as I watched my son's graduation.
Bear with me interjinterjection: Exclamation--for example, "Oh no!" "Wow!" (Please be patient)με συγχωρείτε έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
  (κατά λέξη)δείξτε κατανόηση έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
Σχόλιο: δεν υπάρχει ακριβής αντιστοιχία
 Please bear with me - this will only take five minutes.
become acquainted with [sb] v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (get to know [sb])γνωρίζω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  γνωρίζομαι με κπ ρ αμ + πρόθ
 I first became acquainted with Arthur about five years ago.
become acquainted with [sth] v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." figurative (familiarize yourself with [sth])εξοικειώνομαι με κτ ρ αμ + πρόθ
  αποκτώ εξοικείωση με κτ περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 It takes some time to become acquainted with the rules of the game.
bent over with laughter,
bent over laughing
adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house."
figurative, informal (laughing uncontrollably)λύνομαι στα γέλια έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 Eric was bent over with laughter after Julia had told him the joke.
be beset with [sth] v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (studded with jewels, etc.)διακοσμημένος, στολισμένος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
  (για ύφασμα)κεντημένος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
 The crown was beset with rubies and diamonds.
beside yourself with [sth] preppreposition: Relates noun or pronoun to another element of sentence--for example, "a picture of John," "She walked from my house to yours." figurative (out of your senses) (μεταφορικά: από κάτι)τρελαίνομαι ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
  (μεταφορικά)χάνω τα λογικά μου, χάνω το μυαλό μου έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
  (αργκό, ανεπίσημο)φρικάρω ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
 My mother was beside herself with worry when I didn't call.
besotted by [sb],
besotted with [sb]
adj + prep
(infatuated) (μεταφορικά)τρελός για κπ επίθ + πρόθ
  (μεταφορικά)τρελαμένος με κπ, ξετρελαμένος με κπ μτχ πρκ + πρόθ
  (ερωτική σχέση)ερωτοχτυπημένος με κπ περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 Gary is besotted by Evie and would do anything for her.
bespattered with [sth] adj + prep literary (covered with [sth])καλυμμένος με κτ περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
blend [sth] with [sth] vtr + prep (mix) (κάτι με κάτι)ανακατεύω, αναμιγνύω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 You can blend flour with a little water to make glue.
blend [sth] in with [sth] vtr + prep (mix, combine [sth] with [sth])ανακατεύω κτ με κτ, αναμειγνύω κτ με κτ ρ μ + πρόθ
bless [sb] with [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." often passive (endow, gift: with [sth](μτφ: κπ με κάτι)ευλογώ ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  (κπ με κάτι)προικίζω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 Nature has blessed her with good looks and intelligence.
 Η φύση την ευλόγησε με ομορφιά και ευφυΐα.
board,
board with [sb]
viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived."
(lodge) (με κάποιον)μένω, ζω ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
 Jason boarded with a family while at university.
 Ο Τζέισον έμενε (or: ζούσε) με μια οικογένεια όσο σπούδαζε στο πανεπιστήμιο.
bombard [sb/sth] with [sth] vtr + prep (attack with)επιτίθεμαι σε κπ/κτ με κτ ρ μ + πρόθ
  (μεταφορικά)βομβαρδίζω κπ/κτ με κτ ρ μ + πρόθ
 The kids bombarded the teacher with water balloons.
bombard [sb] with [sth] vtr + prep figurative (assail, overwhelm) (μεταφορικά: κπ με κτ)βομβαρδίζω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 The journalists bombarded the police spokesman with questions.
bond with [sb] viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived." figurative (get emotionally closer) (μεταφορικά: με κάποιον)δένομαι ρ μ αλληλοπαθρήμα μεταβατικό και αλληλοπαθητικό: Φανερώνει ότι η ενέργεια την οποία εκτελούν τα υποκείμενα επιστρέφει στα ίδια τα υποκείμενα, π.χ. αγαπιούνται (=αγαπάνε ο ένας τον άλλον) κλπ. Συχνά ξεκινάει με το πρόθημα αλληλο-
  (μτφ: με/σε κάποιον)έρχομαι κοντά περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 It didn't take long for Janet to bond with her foster parents.
 Δεν πήρε πολύ καιρό στην Τζάνετ να δεθεί με τους θετούς γονείς της.
bored with [sth],
bored of [sth]
v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end."
(find [sth] dull)βαριέμαι ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 I'm feeling bored with my life.
born with a silver spoon in your mouth adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." figurative (have a wealthy upbringing)γεννημένος στα πλούτη περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  που μεγάλωσε μέσα στα πλούτη περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 She was born with a silver spoon in her mouth.
bracket [sth] with [sth] vtr + prep (group together)βάζω κτ στην ίδια ομάδα με κτ, βάζω κτ στην ίδια κατηγορία με κτ περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  ομαδοποιώ κτ με κτ ρ μ + πρόθ
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση with a high hand στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'with a high hand'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης