winnow

Listen:
UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈwɪnəʊ/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronuncation: IPA/ˈwɪnoʊ/ ,USA pronunciation: respelling(winō)


WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
winnow [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (grain: separate from chaff)λιχνίζω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 The farmers winnowed the wheat by throwing it in the air to separate the grain from the lighter chaff.
winnow [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." figurative (separate good from the bad)ξεχωρίζω, ξεδιαλέγω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  (καθομιλουμένη)ξεσκαρτάρω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 A panel of judges winnowed the number of entrants in the competition until there were only four finalists left.
winnow nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (device for winnowing)μηχανή λιχνίσματος έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 Jack used a winnow to separate the stalk from the seeds.
 
Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
winnow [sth] down to [sth] v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (leave only what is desirable) (αυτό που προτιμώ)ξεχωρίζω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  περιορίζω τις επιλογές μου περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  (καθομιλουμένη)ξεσκαρτάρω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 Elsa looked at all the available courses and finally winnowed her choices down to two universities.
winnow [sth/sb] out,
winnow out [sth/sb]
vtr + adv
(exclude what is undesirable)ξεχωρίζω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  απομακρύνω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  (πχ υποψήφιο)απορρίπτω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 The selection process winnowed out those who were not up to the job.
winnow [sth/sb] out,
winnow out [sth/sb]
vtr + adv
(find what is desirable)ανακαλύπτω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  ξεχωρίζω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  (μεταφορικά: κάτι καλά κρυμμένο)ξεθάβω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 By sifting through the facts, the detective finally succeeded in winnowing out the truth.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση winnow στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'winnow'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης