whopper

Listen:
UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciationshwɒpər/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronuncation: IPA/ˈhwɑpɚ, ˈwɑp-/ ,USA pronunciation: respelling(hwopər, wop-)

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
a whopper nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. slang ([sth] particularly large) (καθομ, μεταφορικά)τέρας ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 The fish Dave caught was a whopper.
a whopper of a [sth] nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. slang ([sth] particularly large) (καθομ, μεταφορικά)τέρας ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
  τεράστιος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
 That's a whopper of a sandwich you've got there!
 Τι σάντουιτς τέρας είναι αυτό;
whopper nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. slang (big lie) (αργκό, μτφ: ψέμα)μούσι ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 It turned out that Pete's story was a whopper.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση whopper στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'whopper'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης