wholesome

Listen:
UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈhəʊlsəm/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronuncation: IPA/ˈhoʊlsəm/ ,USA pronunciation: respelling(hōlsəm)


WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
wholesome adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (physically healthful)υγιεινός, ευεργετικός επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
 Your health's bound to improve in this wholesome environment.
wholesome adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (morally sound)ηθικός, υγιής επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
 These activities don't seem entirely wholesome for young children.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'wholesome' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση wholesome στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'wholesome'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης