whisper

Listen:
UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciationshwɪspər/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronuncation: IPA/ˈhwɪspɚ, ˈwɪspɚ/ ,USA pronunciation: respelling(hwispər, wispər)

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
whisper viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived." (talk softly)ψιθυρίζω ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
  μιλάω σιγανά, μιλάω σιγά ρ αμ + επίρ
 The professor was whispering and no one could hear what he was saying.
 Ο καθηγητής μιλούσε σιγά και κανείς δεν μπορούσε να ακούσει τι έλεγε.
whisper to [sb] vi + prep (talk softly to [sb])ψιθυρίζω κτ σε κπ ρ μ + πρόθ
 The student leaned across the desk to whisper to her friend.
 Η μαθήτρια έγειρε στο θρανίο της για να ψιθυρίσει κάτι στη φίλη της.
whisper,
whisper that
vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat."
(with clause: say softly) (ότι/πως)ψιθυρίζω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  (ότι/πως)λέω σιγανά, λέω σιγά ρ μ + επίρ
  (διστακτικά: ότι/πως)μουρμουρίζω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 Steve whispered that he was sorry.
 Ο Στιβ μουρμούρησε ότι λυπάται.
whisper [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (say softly)ψιθυρίζω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  λέω σιγανά, λέω σιγά ρ μ + επίρ
  (διστακτικά)μουρμουρίζω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 Janet whispered her condolences to the widow.
 Η Τζάνετ ψιθύρισε τα συλληπητήριά της στη χήρα.
whisper [sth] to [sb] vtr + prep (say softly to [sb])ψιθυρίζω κτ σε κπ ρ μ + πρόθ
  λέω κτ σε κπ σιγανά, λέω κτ σε κπ σιγά περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  (διστακτικά)μουρμουρίζω κτ σε κπ ρ μ + πρόθ
 The little boy whispered his secret to his mother.
 Το αγοράκι ψιθύρισε το μυστικό του στη μητέρα του.
whisper,
whisper to [sb] that
vtr + prep
(with clause: say softly to [sb](ότι/πως)ψιθυρίζω σε κπ ρ μ + πρόθ
  (ότι/πως)λέω σε κπ σιγανά, λέω σε κπ σιγά περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  (διστακτικά: ότι/πως)μουρμουρίζω σε κπ ρ μ + πρόθ
 Ellen whispered to Lucy that she was leaving.
 Η Έλεν είπε σιγανά στη Λούσι ότι θα έφευγε.
whisper nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (soft talk)ψίθυρος ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
  (ανεπίσημο)μουρμουρητό ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 The students were meant to be working in silence, but their teacher could hear whispers.
 Οι μαθητές έπρεπε να δουλεύουν σιωπηλοί, όμως ο δάσκαλός τους άκουγε ψιθύρους.
whisper nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. figurative, often plural (rumour)φήμη ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
  (μεταφορικά: ακούγονται)ψίθυροι ουσ αρσ πλουσιαστικό αρσενικό πληθυντικός: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους και είτε χρησιμοποιείται μόνο στον πληθυντικό, π.χ. οι Ολυμπιακοί (αγώνες), είτε αναφέρεται στον πληθυντικό για την ορθή απόδοση του μεταφραζόμενου όρου.
 There's a whisper going around the office that the boss is leaving at the end of the year. I've heard whispers that the company is going to be taken over.
 Κυκλοφορεί μια φήμη στο γραφείο ότι το αφεντικό θα φύγει στο τέλος του χρόνου.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
whisper viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived." (make rustling sound)σφυρίζω ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
 The wind whispered among the leaves.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
in a whisper advadverb: Describes a verb, adjective, adverb, or clause--for example, "come quickly," "very rare," "happening now," "fall down." (speaking very softly)ψιθυριστά επίρεπίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.
 In a whisper, the frightened child said she was sorry.
in a whisper advadverb: Describes a verb, adjective, adverb, or clause--for example, "come quickly," "very rare," "happening now," "fall down." (confidentially, privately)εμπιστευτικά επίρεπίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.
  ιδιαιτέρως επίρεπίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.
 I told her the news in a whisper but she still went and told all her friends.
sink to a whisper v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (voice: become quiet)γίνομαι ψίθυρος ρ έκφρρηματική έκφραση: Συνδυασμός βοηθητικού ρήματος και ουσιαστικού, επιθέτου ή μετοχής, π.χ. γίνομαι γιατρός, είμαι ψηλός, είμαι κουρασμένος κλπ.
  χαμηλώνω ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
 John's voice sank to a whisper as he told the scary story.
stage whisper nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (actor's loud whisper) (κυριολεκτικά)ηχηρός ψίθυρος ηθοποιού έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 The actor delivered the line in a stage whisper.
stage whisper nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. figurative (loud whisper) (μεταφορικά)ηχηρός ψίθυρος έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 The laryngitis left me unable to speak any louder than a stage whisper.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'whisper' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
Συμφράσεις: her voice [dropped, lowered] to a whisper, voices [held, strained] in hushed whispers, (was) [said, uttered, passed on] in whispers, περισσότερα…

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση whisper στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'whisper'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης