whelk

Listen:
UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciationshwɛlk/, /ˈwɛlk/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronuncation: IPA/hwɛlk, wɛlk/ ,USA pronunciation: respelling(hwelk, welk)

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
whelk nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (seafood: mollusc)βούκινο ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 Cook the whelks for 12 to 15 minutes.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση whelk στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'whelk'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης