wheelhouse

UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciationshwiːlhaʊs/US:USA pronunciation: respellingUSA pronunciation: respelling(hwēlhous′, wēl-)

Inflections of 'wheelhouse' (nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.): nplplural noun: Noun always used in plural form--for example, "jeans," "scissors.": wheelhouses

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
wheelhouse nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (ship's navigation room) (μεταφορικά: πλοίου)γέφυρα ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
  (ναυτικός όρος)τιμονιέρα ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
  πηδαλιουχείο ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
  (επίσημο)οιακιστήριο ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση wheelhouse στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'wheelhouse'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης