wheeler

Listen:
UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈwiːlə/US:USA pronunciation: respellingUSA pronunciation: respelling(hwēlər, wē-)

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
wheeler nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. archaic (wheelwright)αμαξοποιός, καροποιός ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
 George worked as a wheeler for carriages.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
quad bike,
four-wheeler
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
informal (four-wheeled motorcycle) (μεταφορικά)γουρούνα ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
three-wheeler nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (vehicle with three wheels)τρίκυκλο ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
two-wheeler nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (vehicle with two wheels)δίτροχο επίθ ως ουσ ουδ
  (κατά λέξη)δίτροχο όχημα επίθ + ουσ ουδ
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση wheeler στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'wheeler'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης