wheelbarrow

Listen:

UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciationshwiːlbærəʊ/

US:USA pronuncation: IPAUSA pronuncation: IPA/ˈhwilˌbæroʊ, ˈwil-/

US:USA pronunciation: respellingUSA pronunciation: respelling(hwēlbar′ō, wēl-)


Σε αυτή τη σελίδα: wheelbarrow, barrow
Ο όρος 'wheelbarrow' αποτελεί εναλλακτική του όρου 'barrow'. Θα τον βρείτε σε μία ή περισσότερες από τις παρακάτω γραμμές.'wheelbarrow' is an alternate term for 'barrow'. It is in one or more of the lines below.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
wheelbarrow nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (cart with handles)καροτσάκι ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
  χειράμαξα ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 He hauled the manure to the garden in a wheelbarrow.
wheelbarrow vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (carry in a wheelbarrow)μεταφέρω με καροτσάκι περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  μεταφέρω με χειράμαξα περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
barrow nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. UK, dated (pushcart, mobile market stall)καρότσι, κάρο ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 Joe pushed his barrow wearily up the hill to the market place.
barrow nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (one-wheeled cart)καροτσάκι ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 Use a barrow to haul that pile of bricks over here.
 Χρησιμοποίησε ένα καροτσάκι για να μεταφέρεις αυτόν τον σωρό τούβλων εκεί πέρα.
barrow nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (castrated male pig)ευνουχισμένος χοίρος μτχ πρκ + ουσ αρσ
  (ανεπίσημο)μπουρμάς ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
 The difference between a boar and a barrow is that the latter has been castrated.
barrow nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (burial mound)τύμβος ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
  τούμπα ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 The archaeologist discovered an ancient barrow.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'wheelbarrow' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση wheelbarrow στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'wheelbarrow'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης