wept

Listen:
UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈwɛpt/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronuncation: IPA/wɛpt/ ,USA pronunciation: respelling(wept)

From the verb weep: (⇒ conjugate)
wept is: Click the infinitive to see all available inflections
v pastverb, past simple: Past tense--for example, "He saw the man." "She laughed."
v past pverb, past participle: Verb form used descriptively or to form verbs--for example, "the locked door," "The door has been locked."
Σε αυτή τη σελίδα: wept, weep

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
weep viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived." (cry)κλαίω ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
  (πιο έντονο)θρηνώ ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
  (λόγιος)οδύρομαι ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
 The man was weeping in a corner of the waiting room.
 Ο άντρας έκλαιγε σε μια γωνία της αίθουσας αναμονής.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
weep nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. colloquial (crying spell)κλάμα ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
  (πιο έντονο)θρήνος ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
  (πιο έντονο, ειρωνικό)μοιρολόι ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
Σχόλιο: Το μοιρολόι αναφέρεται συνήθως σε θρήνο για κάποιον νεκρό, αλλά χρησιμοποιείται και ανεπίσημα για έντονο κλάμα, συχνά ειρωνικά.
 Mary felt better after having a weep.
weep viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived." (medical: exude fluid)δακρύζω ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
  (καθομιλουμένη)τρέχω ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
 Conjunctivitis tends to make the eye weep.
weep for [sb/sth] vi + prep figurative (mourn, grieve for)θρηνώ για κπ/κτ ρ αμ + πρόθ
  (καθομ, μεταφορικά)κλαίω για κπ/κτ ρ αμ + πρόθ
  (κάποιον/κάτι)θρηνώ ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 The nation wept for the terrorism casualties.
weep for [sb/sth] vi + prep (shed tears for)κλαίω για κπ/κτ ρ αμ + πρόθ
  θρηνώ για κπ/κτ ρ αμ + πρόθ
  (κάποιον/κάτι)θρηνώ, κλαίω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 Bill's family and friends went on weeping for him long after his funeral.
weep over [sth/sb] vi + prep (shed tears about)κλαίω για κτ/κπ ρ αμ + πρόθ
  κλαίω με κτ ρ αμ + πρόθ
  (για κτ/κπ, με κτ)βάζω τα κλάματα έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 Rose is such a sensitive child; she'll weep over any little thing.
weep for [sth],
weep with [sth]
vi + prep
(shed tears because of)κλαίω από κτ ρ αμ + πρόθ
  δακρύζω από κτ ρ αμ + πρόθ
 Agnes isn't sad; she is weeping for joy.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση wept στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'wept'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης