wench

UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈwɛntʃ/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronuncation: IPA/wɛntʃ/ ,USA pronunciation: respelling(wench)

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
wench nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. humorous (young woman)κοπελιά, κοπέλα ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
  (ανεπίσημο, χιουμοριστικό)ζουμπουρλού ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
  (ανεπίσημο, χιουμοριστικό)σουρλουλού ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
  (ανεπίσημο: ναζιάρα)σουσουράδα ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
Σχόλιο: Η λέξη «ζουμπουρλού» αναφέρεται σε πληθωρική γυναίκα, η «σουρλουλού» σε ζωηρή, επιπόλαιη κοπέλα και η «σουσουράδα» σε κοπέλα που κάνει νάζια, τσαχπινιές.
 Jane played the role of a wench in an Elizabethan comedy.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση wench στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'wench'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης