well-being

Listen:
UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˌwɛlˈbiːɪŋ/US:USA pronunciation: respellingUSA pronunciation: respelling(weling)


WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
well-being nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (health, happiness)ευημερία ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
  το ότι είμαι καλά περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 Parents should ensure the well-being of their children.
 Οι γονείς οφείλουν να διασφαλίζουν την ευημερία των παιδιών τους.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'well-being' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
Συμφράσεις: [mental, emotional, physical] well-being, the [patient's, boy's, nation's] well-being, for the well-being of the [patient], περισσότερα…

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση well-being στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'well-being'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης