Ο όρος 'well-behaved' αποτελεί εναλλακτική του όρου 'well behaved'. Θα τον βρείτε σε μία ή περισσότερες από τις παρακάτω γραμμές.'well-behaved' is an alternate term for 'well behaved'. It is in one or more of the lines below.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
well behaved,
well-behaved
adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house."
(good, not naughty)που συμπεριφέρεται καλά, που έχει καλή συμπεριφορά περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  (άτομο)που έχει τρόπους περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
Σχόλιο: A hyphen is used when the adjective precedes the noun
Σχόλιο: επιθετικός προσδιορισμός
 It's always nice to see well-behaved children. Your dog's so well behaved - it never seems to bark.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'well-behaved' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση well-behaved στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'well-behaved'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης