WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
well-appointed,
well appointed
adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house."
(well furnished)όμορφα επιπλωμένος, ωραία επιπλωμένος επίρ + μτχ πρκ
  (καθομιλουμένη)καλοεπιλωμένος μτχ πρκμετοχή παρακειμένου: Χρησιμοποιείται ως επίθετο ή ουσιαστικό και έχει τρία γένη, π.χ. χαμένος, χαμένη, χαμένο κλπ.
Σχόλιο: The hyphen may be omitted when the adjective follows the noun.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση well-appointed στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'well-appointed'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης