well

Listen:
UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈwɛl/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronuncation: IPA/wɛl/ ,USA pronunciation: respelling(wel)


Inflections of 'well' (advadverb: Describes a verb, adjective, adverb, or clause--for example, "come quickly," "very rare," "happening now," "fall down."):
Some senses of the adverb "well" are invariable.
better
adv comparative
best
adv superlative
Σε αυτή τη σελίδα: well, Well then, we'll

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
well advadverb: Describes a verb, adjective, adverb, or clause--for example, "come quickly," "very rare," "happening now," "fall down." (properly)σωστά, καλά επίρεπίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.
 The job has been done well.
 Η δουλειά έχει γίνει σωστά (or: καλά).
well advadverb: Describes a verb, adjective, adverb, or clause--for example, "come quickly," "very rare," "happening now," "fall down." (satisfactorily)καλά επίρεπίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.
  (λόγιος)καλώς επίρεπίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.
 Things are going well lately; we have no unmet needs. The meeting went well, with no major difficulties.
 Τα πράγματα πηγαίνουν καλά τελευταία, δεν έχουμε ανικανοποίητες ανάγκες. Η συνάντηση πήγε καλά, χωρίς σημαντικές δυσκολίες.
well advadverb: Describes a verb, adjective, adverb, or clause--for example, "come quickly," "very rare," "happening now," "fall down." (adequately)επαρκώς επίρεπίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.
  καλά, αρκετά επίρεπίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.
  (επίσημο)αρκούντως επίρεπίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.
 We are well supplied with food.
 Είμαστε επαρκώς εφοδιασμένοι με τρόφιμα.
well interjinterjection: Exclamation--for example, "Oh no!" "Wow!" (expressing impatience, inviting a response)λοιπόν επίφ
 Well? What do you have to say?
 Λοιπόν; Τι έχεις να πεις;
well advadverb: Describes a verb, adjective, adverb, or clause--for example, "come quickly," "very rare," "happening now," "fall down." (clearly)καλά επίρεπίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.
 The professor explained the material well, and we all understood the theory.
 Ο καθηγητής εξήγησε την ύλη καλά και όλοι καταλάβαμε τη θεωρία.
well advadverb: Describes a verb, adjective, adverb, or clause--for example, "come quickly," "very rare," "happening now," "fall down." (thoroughly)καλά επίρεπίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.
 The instructions tell us to mix the ingredients well before adding eggs.
 Οι οδηγίες λένε να ανακατέψουμε τα υλικά καλά πριν προσθέσουμε αυγά.
well advadverb: Describes a verb, adjective, adverb, or clause--for example, "come quickly," "very rare," "happening now," "fall down." (to a great extent)καλά επίρεπίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.
  αρκετά καλά φρ ως επίρφράση ως επίρρημα ή επιρρηματικός προσδιορισμός: Σύνολο λέξεων που περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. διηγούμαι εν τάχει, περιγράφω με λίγα λόγιακλπ.
 I understood him well, but still had a few questions.
 Τον κατάλαβα καλά, αλλά και πάλι είχα μερικές ερωτήσεις.
well advadverb: Describes a verb, adjective, adverb, or clause--for example, "come quickly," "very rare," "happening now," "fall down." (person: with intimacy)καλά επίρεπίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.
 I know him well.
 Τον ξέρω καλά.
well advadverb: Describes a verb, adjective, adverb, or clause--for example, "come quickly," "very rare," "happening now," "fall down." (very)πολύ επίρεπίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.
 He is well aware of his responsibilities.
 Ξέρει πολύ καλά τις αρμοδιότητές του.
well adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (in good health)καλά επίρεπίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.
  (καθομιλουμένη)εντάξει επίρεπίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.
 I was sick yesterday, but I am well today.
 Ήμουν άρρωστος χθες, αλλά σήμερα είμαι καλά.
 Ήμουν άρρωστος χθες, αλλά σήμερα είμαι εντάξει.
well nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (natural water source)πηγάδι ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 This house gets its water from a well.
 Αυτό το σπίτι παίρνει νερό από ένα πηγάδι.
 
Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
well adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (good, fine)καλά επίρεπίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.
  εντάξει επίρεπίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.
 All is well in our town today.
well advadverb: Describes a verb, adjective, adverb, or clause--for example, "come quickly," "very rare," "happening now," "fall down." (certainly, without doubt)ιδιαίτερα επίρεπίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.
 Undoubtedly, he was well pleased to see her.
 Αναμφίβολα χάρηκε ιδιαίτερα που την είδε.
well advadverb: Describes a verb, adjective, adverb, or clause--for example, "come quickly," "very rare," "happening now," "fall down." (in good humour, happily)καλά επίρεπίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.
 It was rather a cruel prank, but he took it well.
 Ήταν αρκετά άσχημη φάρσα αλλά το πήρε καλά.
well advadverb: Describes a verb, adjective, adverb, or clause--for example, "come quickly," "very rare," "happening now," "fall down." (correct, the right thing)καλά επίρεπίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.
 You did well by telling the doctor the truth.
well advadverb: Describes a verb, adjective, adverb, or clause--for example, "come quickly," "very rare," "happening now," "fall down." (good financially)καλά επίρεπίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.
 We did well with that investment.
Well! interjinterjection: Exclamation--for example, "Oh no!" "Wow!" (indignation)μάλιστα επιφεπιφώνημα: Φανερώνει έντονο συναίσθημα όπως π.χ. έκπληξη, ενθουσιασμό, απογοήτευση, πόνο κλπ.
  (ειρωνικό)μπράβο, συγχαρητήρια επιφεπιφώνημα: Φανερώνει έντονο συναίσθημα όπως π.χ. έκπληξη, ενθουσιασμό, απογοήτευση, πόνο κλπ.
 Well! I see you haven't had time to clean the house.
Well! interjinterjection: Exclamation--for example, "Oh no!" "Wow!" (surprise)Κοίτα να δεις! επιφεπιφώνημα: Φανερώνει έντονο συναίσθημα όπως π.χ. έκπληξη, ενθουσιασμό, απογοήτευση, πόνο κλπ.
  (καθομιλουμένη)Βρε βρε! επίφ
 Well! I never expected to run into you here!
well interjinterjection: Exclamation--for example, "Oh no!" "Wow!" (filler word, pause)λοιπόν σύνδσύνδεσμος: Συνδέει λέξεις ή προτάσεις μεταξύ τους, π.χ. και, ή, ότι, ενώ κλπ.
 Well, I'll see what I can do.
well nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (oil source)πετρελαιοπηγή ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 They have thousands of wells in Saudi Arabia.
 Υπάρχουν χιλιάδες πετρελαιοπηγές στη Σαουδική Αραβία.
well nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (architecture: stairs, elevator)φρεάτιο ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
  (για σκάλα)κλιμακοστάσιο ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 They built the well in the centre of the building, and it has both stairs and a lift.
well nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (container for liquid)δοχείο ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 The ink was kept in a well.
well viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived." (liquid: surge) (για υγρά)τρέχω, βγαίνω, ρέω ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
 Blood welled from the wound.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
Well,
then
interjinterjection: Exclamation--for example, "Oh no!" "Wow!"
informal (in that case)Τότε λοιπόν περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  Ε τότε περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
Well,
then
interjinterjection: Exclamation--for example, "Oh no!" "Wow!"
informal (indicating that [sth] is self-evident)Μάλιστα επίρεπίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
we'll contractioncontraction: Shortened form of word or words--for example, "I'd" = "I had," "can't" = "cannot." abbr, colloquial (we will)εμείς θα β' συνθετικό: Βρίσκεται στην τέλος μια λέξης και σε οριμένες περιπτώσης φανερώνει το νόημα αυτής, π.χ. υψηλόβαθμος, χαμηλόβαθμοςκλπ.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Σύνθετοι τύποι:
well | Well then | we'll
ΑγγλικάΕλληνικά
a job well done nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (task that is performed well)καλή δουλειά, εξαιρετική δουλειά επίθ + ουσ θηλ
 Congratulations on a job well done!
act well v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (actor: be convincing)παίζω ένα ρόλο καλά ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 Little Johnny acted so well in the school play, I'm sure he'll grow up to win an Oscar.
alive and well adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (person: still alive and healthy) (μεταφορικά)ζει και βασιλεύει έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
alive and well adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." figurative (industry, program: still active)υπάρχει ακόμα ρ αμ + επίρ
  ισχύει ακόμα ρ αμ + επίρ
  (μεταφορικά)είναι ακόμα ζωντανός έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
  ζει και βασιλεύει έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
All's well that ends well.,
All is well that ends well.
exprexpression: Prepositional phrase, adverbial phrase, or other phrase or expression--for example, "behind the times," "on your own."
(everything is resolved happily)Τέλος καλό, όλα καλά. έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
Σχόλιο: This is the title of a play by Shakespeare.
artesian well nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (well with natural outflow)αρτεσιανό πηγάδι ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 This artesian well has been flowing for over one hundred years.
as well advadverb: Describes a verb, adjective, adverb, or clause--for example, "come quickly," "very rare," "happening now," "fall down." (also)επίσης επίρεπίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.
  καθώς επίσης, καθώς και φρ ως επίρφράση ως επίρρημα ή επιρρηματικός προσδιορισμός: Σύνολο λέξεων που περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. διηγούμαι εν τάχει, περιγράφω με λίγα λόγιακλπ.
 William invited not only Sue to the party, but her sister as well.
 Ο Γουίλιαμ δεν κάλεσε μόνο τη Σου στο πάρτι, αλλά και την αδερφή της επίσης.
 This sentence is not a translation of the original sentence. Οι περικοπές μισθών αφορούν το προσωπικό της αποθήκης καθώς και το τμήμα πωλήσεων.
as well as conjconjunction: Connects words, clauses, and sentences--for example, "and," "but," "because," "in order that." (in addition to)και συνδ
  καθώς επίσης, καθώς και, αλλά και φρ ως επίρφράση ως επίρρημα ή επιρρηματικός προσδιορισμός: Σύνολο λέξεων που περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. διηγούμαι εν τάχει, περιγράφω με λίγα λόγιακλπ.
  επίσης επίρεπίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.
 Our neighbor brought cake as well as juice for everyone.
 Ο γείτονάς μας έφερε κέικ καθώς και χυμό για όλους.
augur well vi + adv (be good sign)είμαι καλός οιωνός ρ έκφρρηματική έκφραση: Συνδυασμός βοηθητικού ρήματος και ουσιαστικού, επιθέτου ή μετοχής, π.χ. γίνομαι γιατρός, είμαι ψηλός, είμαι κουρασμένος κλπ.
 Your tardiness does not augur well for your scholastic future.
 Η αργοπορία σου δεν είναι καλός οιωνός για το ακαδημαϊκό σου μέλλον.
behave well vi + adv (act properly)συμπεριφέρομαι καλά, συμπεριφέρομαι σωστά ρ αμ + επίρ
  έχω καλή συμπεριφορά, επιδεικνύω καλή συμπεριφορά έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
  (κυρίως παιδιά)είμαι καλός ρ έκφρρηματική έκφραση: Συνδυασμός βοηθητικού ρήματος και ουσιαστικού, επιθέτου ή μετοχής, π.χ. γίνομαι γιατρός, είμαι ψηλός, είμαι κουρασμένος κλπ.
be doing well v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (thrive)τα πηγαίνω καλά, τα πάω καλά, πηγαίνω καλά, πάω καλά έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
  (όχι άτομο)ευδοκιμώ, ακμάζω ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
 Sarah and Jim are pleased to announce the arrival of their daughter Grace. Both mother and baby are doing well.
 Η Σάρα και ο Τζιμ έχουν τη χαρά να ανακοινώσουν τον ερχομό της κόρης τους, Γκρέις. Τόσο η μητέρα όσο και το βρέφος τα πηγαίνουν καλά.
be doing well v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (recover)τα πηγαίνω καλά, τα πάω καλά, πηγαίνω καλά, πάω καλά έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
  αναρρώνω, συνέρχομαι ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
 A month after her car accident, Mary is doing well.
 Ένα μήνα μετά το ατύχημά της η Μαίρη πάει καλά.
do well vi + adv (be successful)τα πάω καλά έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 He's doing well in his new job.
 Τα πάει καλά στη νέα του δουλειά.
do well for yourself v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." informal (be successful)τα πάω καλά έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 You've obviously done well for yourself.
 Προφανώς τα πήγες καλά.
do well to do [sth] v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (be wise)καλά θα κάνω να έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 You would do well to heed her advice.
 Καλά θα κάνεις να λάβεις σοβαρά υπόψη σου τη συμβουλή της.
eating well nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (healthy diet)υγιεινή διατροφή επίθ + ουσ θηλ
get on well v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." informal (be friends)τα πηγαίνω καλά, τα πάω καλά έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 Rick and Steve get on well.
 Ο Ρικ και ο Στηβ τα πηγαίνουν καλά.
get on well with [sb] v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." informal (be friends) (καθομιλουμένη)τα πηγαίνω καλά με κπ, τα πάω καλά με κπ έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 I get on well with my sister.
get well v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (recover from illness or injury)καλυτερεύω, συνέρχομαι ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
 I'm sorry to hear you're ill – let's hope you get well soon.
 Λυπάμαι που είσαι άρρωστη. Ας ελπίσουμε ότι θα συνέλθεις σύντομα.
get well soon interjinterjection: Exclamation--for example, "Oh no!" "Wow!" (expressing wish for recovery)περαστικά επιφεπιφώνημα: Φανερώνει έντονο συναίσθημα όπως π.χ. έκπληξη, ενθουσιασμό, απογοήτευση, πόνο κλπ.
 I heard you came down with the flu. Get well soon!
 Άκουσα ότι έπαθες γρίπη. Περαστικά!
go down well v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." informal, figurative (news: be welcome)γίνομαι δεκτός με χαρά περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  (κάποιον)ευχαριστώ, χαροποιώ, ικανοποιώ ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  (σε κπ)αρέσω ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
 News of an increase in profits went down well with investors in the company.
 Τα νέα της αύξησης των κερδών έγιναν δεκτά με χαρά από τους επενδυτές της εταιρείας.
go down well v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." informal, figurative (performance: be enjoyed) (καθομιλουμένη)ξεσηκώνω κπ ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  ενθουσιάζω κπ ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 The band were very good and they went down well with the fans.
 Το συγκρότημα ήταν πολύ καλό και ξεσήκωσε τους θαυμαστές του.
go well exprexpression: Prepositional phrase, adverbial phrase, or other phrase or expression--for example, "behind the times," "on your own." (favorable outcome)πάω καλά περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 Ruth's meeting with her boyfriend's parents went well.
 Η συνάντηση της Ρουθ με τους γονείς του φίλου της πήγε καλά.
hail-fellow-well-met adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." formal (over-familiar)επιτηδευμένα φιλικός, υπερβολικά φιλικός επίρ + επίθ
  (καθομιλουμένη)λες και με ξέρει κπ κι από χθες έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
"Well,
I'll be damned!",
also US: "Well,
I'll be darned!"
interjinterjection: Exclamation--for example, "Oh no!" "Wow!"
potentially offensive, slang (surprise, disbelief)βρε που να με πάρει! έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 Well, I'll be damned; if it isn't my long-lost sister!
just as well exprexpression: Prepositional phrase, adverbial phrase, or other phrase or expression--for example, "behind the times," "on your own." informal (fortunate)ευτυχώς επίρεπίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.
  πάλι καλά έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 It's just as well I retired before they changed all the duties of my job.
keep well v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (stay fit and healthy) (μεταφορικά)κρατιέμαι καλά ρ αμ + επίρ
  διατηρούμαι καλά ρ αμ + επίρ
 Have you seen old Mr.Smith lately; he's keeping well! He doesn't look a day over 70.
know damn well [sth],
know damn well that
v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end."
slang, potentially offensive (be aware)ξέρω πολύ καλά περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
Σχόλιο: Για να αποδοθεί ο ακριβής τόνος μπορεί να συνοδευτεί από εκφράσεις του τύπου «που να πάρει», «γαμώτο μου» κλπ.
 Don't play coy with me, you know damn well what I'm talking about!
know full well v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (be very much aware)ξέρω πολύ καλά περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  έχω πλήρη επίγνωση περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 He knew full well that what he was doing was illegal, but it didn't stop him.
live well v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (be comfortably well off)ζω άνετα έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 We're not rich, but we live well.
look well v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (appear healthy)φαίνομαι καλά ρ αμ + επίρ
  φαίνομαι μια χαρά περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
look well v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." informal (look well-dressed)είμαι ωραίος ρ έκφρρηματική έκφραση: Συνδυασμός βοηθητικού ρήματος και ουσιαστικού, επιθέτου ή μετοχής, π.χ. γίνομαι γιατρός, είμαι ψηλός, είμαι κουρασμένος κλπ.
may,
may well
v auxauxiliary verb: Helping verb--for example, "She is running." "It has been lost."
(even though)μπορεί ρ απραπρόσωπο ρήμα: Δεν έχει συγκεκριμένο υποκείμενο, π.χ. βρέχει, χιονίζει κλπ.
 She may well be your best friend, but she doesn't have the right to speak to you like that.
 Μπορεί να είναι η καλύτερή σου φίλη, αλλά δεν έχει δικαίωμα να σου μιλάει έτσι.
may well v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (might very possibly)είναι πολύ πιθανό περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  (λόγιος)μπορεί κάλλιστα περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 They may well win the tournament.
mean well v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (have good intentions)έχω καλές προθέσεις, έχω καλή πρόθεση περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  έχω καλό σκοπό περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 Even though you meant well, what you said was hurtful.
might as well,
may as well
v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end."
(have no reason not to)γιατί να μην περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  ας σύνδσύνδεσμος: Συνδέει λέξεις ή προτάσεις μεταξύ τους, π.χ. και, ή, ότι, ενώ κλπ.
 I might as well go with you.
 Ας έρθω μαζί σου.
might as well,
may as well
v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end."
(would be the same)θα μπορούσε περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  θα μπορούσε κάλλιστα περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 It might as well be winter, with all this cold wet weather we're having.
 Θα μπορούσε κάλλιστα να είναι χειμώνας, με τόσο κρύο και υγρό καιρό.
ne'er-do-well nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (person: lazy, irresponsible)τεμπέλης ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
  ανεύθυνος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
  (μεταφορικά, αποδοκιμασίας)άχρηστος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
  (καθομιλουμένη)καλοπερασάκιας επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
ne'er-do-well adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (lazy, irresponsible)τεμπέλης ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
  ανεύθυνος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
  (μεταφορικά, αποδοκιμασίας)άχρηστος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
not well founded adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (not based on fact)που δεν είναι καλά τεκμηριωμένος περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  (μεταφορικά)που δεν έχει γερές βάσεις περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 The evidence against John was not well founded, so he avoided prosecution. Your optimism about the stock market was clearly not well founded.
note well interjinterjection: Exclamation--for example, "Oh no!" "Wow!" (nota bene, please note)σημειωτέον δε έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 Please note well the deadlines for submitting your work.
oh well interjinterjection: Exclamation--for example, "Oh no!" "Wow!" (expressing resignation)δε βαριέσαι επιφεπιφώνημα: Φανερώνει έντονο συναίσθημα όπως π.χ. έκπληξη, ενθουσιασμό, απογοήτευση, πόνο κλπ.
oil well nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (petroleum mine)πετρελαιοπηγή ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 Their oil well turned out to be a gusher, producing over 1,200 barrels a day.
pretty well advadverb: Describes a verb, adjective, adverb, or clause--for example, "come quickly," "very rare," "happening now," "fall down." informal (quite successfully)αρκετά καλά επίρεπίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.
Σχόλιο: δεν υπάρχει ακριβής αντιστοιχία, εξαρτάται από το περιεχόμενο της πρότασης
 I think that went pretty well. We worked pretty well together.
 Δουλέψαμε αρκετά καλά μαζί.
pretty well advadverb: Describes a verb, adjective, adverb, or clause--for example, "come quickly," "very rare," "happening now," "fall down." informal (almost completely)σχεδόν τελείως επίρεπίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.
Σχόλιο: δεν υπάρχει ακριβής αντιστοιχία, εξαρτάται από το περιεχόμενο της πρότασης
 He pretty well won the game single-handedly.
quite well advadverb: Describes a verb, adjective, adverb, or clause--for example, "come quickly," "very rare," "happening now," "fall down." (to a fairly high standard)αρκετά καλά φρ ως επίρφράση ως επίρρημα ή επιρρηματικός προσδιορισμός: Σύνολο λέξεων που περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. διηγούμαι εν τάχει, περιγράφω με λίγα λόγιακλπ.
 James did quite well in his exam.
quite well advadverb: Describes a verb, adjective, adverb, or clause--for example, "come quickly," "very rare," "happening now," "fall down." (fairly successfully)αρκετά καλά φρ ως επίρφράση ως επίρρημα ή επιρρηματικός προσδιορισμός: Σύνολο λέξεων που περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. διηγούμαι εν τάχει, περιγράφω με λίγα λόγιακλπ.
 The business performed quite well in its first year of trading.
rather well advadverb: Describes a verb, adjective, adverb, or clause--for example, "come quickly," "very rare," "happening now," "fall down." (to quite a high standard)αρκετά καλά φρ ως επίρφράση ως επίρρημα ή επιρρηματικός προσδιορισμός: Σύνολο λέξεων που περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. διηγούμαι εν τάχει, περιγράφω με λίγα λόγιακλπ.
rather well advadverb: Describes a verb, adjective, adverb, or clause--for example, "come quickly," "very rare," "happening now," "fall down." (quite successfully)αρκετά καλά φρ ως επίρφράση ως επίρρημα ή επιρρηματικός προσδιορισμός: Σύνολο λέξεων που περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. διηγούμαι εν τάχει, περιγράφω με λίγα λόγιακλπ.
reasonably well advadverb: Describes a verb, adjective, adverb, or clause--for example, "come quickly," "very rare," "happening now," "fall down." (quite successfully)αρκετά καλά επίρεπίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.
 Though I'm not an expert, I can cook reasonably well.
relate well to [sb] v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (get along with [sb](με κάποιον)έχω καλές σχέσεις έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
  τα πάω καλά έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 For a teenager, she relates well to adults.
sit well with [sb],
stand well with [sb]
v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end."
colloquial (be accepted)μου αρέσει αντων + ρ αμ
  (καθομιλουμένη)μου κάθεται καλά έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 This situation doesn't sit well with me.
 Αυτή η κατάσταση δεν μου αρέσει.
 Αυτή η κατάσταση δεν μου κάθεται καλά.
sleep well v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (have a restful sleep)καλόν ύπνο έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 I felt really good in my new house, so I slept well that night. The babies sleep well when it's raining.
sleep well interjinterjection: Exclamation--for example, "Oh no!" "Wow!" informal (have a restful sleep)καλόν ύπνο έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
speak well of [sb] v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (praise)λέω καλά λόγια για κπ περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  επαινώ ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 You need your clients to speak well of you to their friends and acquaintances.
that's all very well,
but
informal (nevertheless, even so)ναι μεν, αλλά έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 That's all very well, but it still doesn't explain why you didn't finish the work.
that's all well and good,
but
exprexpression: Prepositional phrase, adverbial phrase, or other phrase or expression--for example, "behind the times," "on your own."
informal (nevertheless, even so)ναι μεν, αλλά έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 That's all well and good, and I enjoy talking to your granny, but isn't it about time we left for the movies ?
think well of [sb] v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (respect, admire)έχω καλή γνώμη για κπ περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 Amy's parents think well of her new boyfriend.
very well advadverb: Describes a verb, adjective, adverb, or clause--for example, "come quickly," "very rare," "happening now," "fall down." (successfully)πολύ καλά φρ ως επίρφράση ως επίρρημα ή επιρρηματικός προσδιορισμός: Σύνολο λέξεων που περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. διηγούμαι εν τάχει, περιγράφω με λίγα λόγιακλπ.
 He patched the hole in the wall very well: you'd never know it was there.
 Μπάλωσε πολύ καλά την τρύπα στον τοίχο, δεν θα καταλάβαινες ποτέ ότι ήταν εκεί.
very well interjinterjection: Exclamation--for example, "Oh no!" "Wow!" (expressing consent)πολύ καλά επίφ
 Very well, then: you may go out tonight, but you must be home by midnight.
 Πολύ καλά λοιπόν, μπορείς να βγεις απόψε, αλλά πρέπει να είσαι σπίτι μέχρι τα μεσάνυχτα.
water well nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (hole dug to obtain water)πηγάδι ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
wear [sth] well vtr + adv (look good in)μου πάει κτ περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 Mmm, she certainly wears that bikini well!
wear well vtr + adv figurative (age, etc.: assume comfortably)μου πάει κτ περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 Mr Jones is wearing his new authority well!
wear well vi + adv (be enduring)είμαι ανθεκτικός ρ έκφρρηματική έκφραση: Συνδυασμός βοηθητικού ρήματος και ουσιαστικού, επιθέτου ή μετοχής, π.χ. γίνομαι γιατρός, είμαι ψηλός, είμαι κουρασμένος κλπ.
  έχω μεγάλη αντοχή περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 I buy practical, simple clothes that wear well and don't go out of style.
wear well vi + adv (not age too fast)αντέχω στη χρήση περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  είμαι ανθεκτικός ρ έκφρρηματική έκφραση: Συνδυασμός βοηθητικού ρήματος και ουσιαστικού, επιθέτου ή μετοχής, π.χ. γίνομαι γιατρός, είμαι ψηλός, είμαι κουρασμένος κλπ.
  έχω μεγάλη αντοχή περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 Car tires don't seem to wear as well as they used to.
wear well vi + adv figurative (person: not look old) (μεταφορικά)κρατιέμαι καλά έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
  είμαι μια χαρά για την ηλικία μου έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 Your father's wearing well, considering he's 93.
well adjusted,
well-adjusted
adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house."
figurative (emotionally stable)ισορροπημένος μτχ πρκμετοχή παρακειμένου: Χρησιμοποιείται ως επίθετο ή ουσιαστικό και έχει τρία γένη, π.χ. χαμένος, χαμένη, χαμένο κλπ.
Σχόλιο: A hyphen is used when the adjective precedes the noun
 In spite of the problems she had growing up, she has turned out to be suprisingly well adjusted.
well aware adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (very conscious: of [sth])που γνωρίζει καλά, που ξέρει πολύ καλά περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  που έχει επίγνωση περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
well away from preppreposition: Relates noun or pronoun to another element of sentence--for example, "a picture of John," "She walked from my house to yours." (at a distance from)μακριά από επίρεπίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.
 After the argument they decided to stay well away from one other. Any nuclear energy plant should be located well away from urban centers.
 Μετά τη διαφωνία αποφάσισαν να μείνουν μακριά ο ένας από τον άλλο. Τα πυρηνικά εργοστάσια θα έπρεπε να βρίσκονται μακριά από αστικά κέντρα.
well balanced,
well-balanced
adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house."
(in good proportion)ισορροπημένος μτχ πρκμετοχή παρακειμένου: Χρησιμοποιείται ως επίθετο ή ουσιαστικό και έχει τρία γένη, π.χ. χαμένος, χαμένη, χαμένο κλπ.
Σχόλιο: hyphen used when adj comes before the noun it modifies
 In order to stay healthy it is important to eat a well-balanced diet.
well balanced,
well-balanced
adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house."
figurative ([sb]: stable)συνετός επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
  ισορροπημένος μτχ πρκμετοχή παρακειμένου: Χρησιμοποιείται ως επίθετο ή ουσιαστικό και έχει τρία γένη, π.χ. χαμένος, χαμένη, χαμένο κλπ.
well behaved,
well-behaved
adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house."
(good, not naughty)που συμπεριφέρεται καλά, που έχει καλή συμπεριφορά περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  (άτομο)που έχει τρόπους περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
Σχόλιο: A hyphen is used when the adjective precedes the noun
Σχόλιο: επιθετικός προσδιορισμός
 It's always nice to see well-behaved children. Your dog's so well behaved - it never seems to bark.
well beyond preppreposition: Relates noun or pronoun to another element of sentence--for example, "a picture of John," "She walked from my house to yours." (far further than, past)πολύ περισσότερο από κτ έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
  πολύ πάνω από κτ έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
  πολύ μακρύτερα από κτ, πολύ πέρα από κτ έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
  πολύ ψηλότερα από κτ έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
Σχόλιο: Η επιλογή εξαρτάται από τα συμφραζόμενα.
well connected,
well-connected
adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house."
(having influential friends)που έχει καλές διασυνδέσεις περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  (αργκό)που έχει κονέ περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
Σχόλιο: A hyphen is used when the adjective precedes the noun.
well deserved,
well-deserved
adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house."
(highly merited, earned)που μου αξίζει, που το έχω κρδίσει με την αξία μου περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
Σχόλιο: A hyphen is used when the adjective precedes the noun
 After the long battle, the Vikings went home for some well-deserved mead.
well developed,
well-developed
adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house."
(be elaborate or highly thought out)καλά αναπτυγμένος επίρ + μτχ πρκ
 The plot of your short story is well developed, but you need to flesh out the characters.
well developed,
well-developed
adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house."
(be physically mature)αναπτυγμένος, ολοκληρωμένος μτχ πρκμετοχή παρακειμένου: Χρησιμοποιείται ως επίθετο ή ουσιαστικό και έχει τρία γένη, π.χ. χαμένος, χαμένη, χαμένο κλπ.
Σχόλιο: A hyphen is used when the adjective precedes the noun.
 My, she's a well-developed young lady! No wonder all the men are watching her.
well disposed,
well disposed towards [sb/sth],
well-disposed towards [sb/sth]
adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house."
(feeling favourable, sympathetic)που διάκειται ευνοϊκά απέναντι σε κπ/κτ περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  ευνοϊκά διακείμενος απέναντι σε κπ/κτ περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
Σχόλιο: A hyphen is used when the adjective precedes the noun
well done interjinterjection: Exclamation--for example, "Oh no!" "Wow!" (congratulations)συγχαρητήρια επιφεπιφώνημα: Φανερώνει έντονο συναίσθημα όπως π.χ. έκπληξη, ενθουσιασμό, απογοήτευση, πόνο κλπ.
 You got an A on the test? Well done!
 Πήρες Α στο τεστ; Συγχαρητήρια!
well done,
well-done
adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house."
(meat: cooked right through)καλοψημένος μτχ πρκμετοχή παρακειμένου: Χρησιμοποιείται ως επίθετο ή ουσιαστικό και έχει τρία γένη, π.χ. χαμένος, χαμένη, χαμένο κλπ.
Σχόλιο: A hyphen is used when the adjective precedes the noun.
 I prefer my steak well done because I can't stand the sight of blood.
 Προτιμώ την μπριζόλα μου καλοψημένη επειδή δεν αντέχω τη θέα του αίματος.
well endowed,
well-endowed
adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house."
(wealthy)πλούσιος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
  ευκατάστατος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
Σχόλιο: A hyphen is used when the adjective precedes the noun
well endowed with [sth] adj + prep (having plenty of [sth])που έχει κτ σε αφθονία περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  που έχει αρκετό... περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  που έχει πολύ... περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 The organization is well endowed with funds for building repairs.
well endowed,
well-endowed
adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house."
euphemism (man: having a large penis) (μεταφορικά)προικισμένος μτχ πρκμετοχή παρακειμένου: Χρησιμοποιείται ως επίθετο ή ουσιαστικό και έχει τρία γένη, π.χ. χαμένος, χαμένη, χαμένο κλπ.
  (καθομιλουμένη, μεταφορικά)με μεγάλα προσόντα περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
well endowed,
well-endowed
adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house."
euphemism (woman: having large breasts)με μεγάλο στήθος περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  (καθομιλουμένη)με πλούσια τα ελέη έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
  (καθομιλουμένη, μεταφορικά)με μεγάλα μπαλκόνια έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
well enough advadverb: Describes a verb, adjective, adverb, or clause--for example, "come quickly," "very rare," "happening now," "fall down." (sufficiently)αρκετά καλά φρ ως επίρφράση ως επίρρημα ή επιρρηματικός προσδιορισμός: Σύνολο λέξεων που περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. διηγούμαι εν τάχει, περιγράφω με λίγα λόγιακλπ.
 The team played well enough to have deserved at least a draw.
well enough advadverb: Describes a verb, adjective, adverb, or clause--for example, "come quickly," "very rare," "happening now," "fall down." (in a sufficiently good way)αρκετά καλά φρ ως επίρφράση ως επίρρημα ή επιρρηματικός προσδιορισμός: Σύνολο λέξεων που περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. διηγούμαι εν τάχει, περιγράφω με λίγα λόγιακλπ.
 I speak French well enough, but I couldn't pass for a native speaker.
well established,
well-established
adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house."
(existing, proven from long ago)καθιερωμένος, παγιωμένος μτχ πρκμετοχή παρακειμένου: Χρησιμοποιείται ως επίθετο ή ουσιαστικό και έχει τρία γένη, π.χ. χαμένος, χαμένη, χαμένο κλπ.
  πάγιος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
Σχόλιο: A hyphen is used when the adjective precedes the noun.
well founded,
well-founded
adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house."
(based on good reasons)βάσιμος, εύλογος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
Σχόλιο: A hyphen is used when the adjective precedes the noun
well hung,
well-hung
adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house."
slang (man: having a large penis) (μεταφορικά: μεγάλο πέος)προικισμένος μτχ πρκμετοχή παρακειμένου: Χρησιμοποιείται ως επίθετο ή ουσιαστικό και έχει τρία γένη, π.χ. χαμένος, χαμένη, χαμένο κλπ.
  (αργκό, χυδαίο)πουτσαράς ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
Σχόλιο: hyphen used when term is an adj before a noun
Well I never! interjinterjection: Exclamation--for example, "Oh no!" "Wow!" (expressing surprise) (έκπληξη)Κοίτα να δεις! έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
  (όταν δεν έχω κάνει κάτι)Από πού κι ως πού; έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 You don't like my cooking? Well I never!
be well in with [sb] v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." UK, informal (have a good relationship with [sb])τα πάω καλά με κπ έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
  έχω καλές σχέσεις με κπ έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
  διατηρώ καλές σχέσεις με κπ έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
well in hand advadverb: Describes a verb, adjective, adverb, or clause--for example, "come quickly," "very rare," "happening now," "fall down." figurative (under control)υπό έλεγχο φρ ως επίρφράση ως επίρρημα ή επιρρηματικός προσδιορισμός: Σύνολο λέξεων που περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. διηγούμαι εν τάχει, περιγράφω με λίγα λόγιακλπ.
  (καθομιλουμένη, μεταφορικά)το έχω έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 I don't need any help: I've got matters well in hand.
well informed,
well-informed
adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house."
(knowledgeable)καλά ενημερωμένος επίρ + μτχ πρκ
  καλά πληροφορημένος επίρ + μτχ πρκ
  που ξέρει πολύ καλά περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
well into,
well into [sth]
preppreposition: Relates noun or pronoun to another element of sentence--for example, "a picture of John," "She walked from my house to yours."
(having made good progress with: [sth])για τα καλά σε κτ έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
  (μεταφορικά, καθομ)πέφτω με τα μούτρα σε κτ έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 I'm well into the book but I can't seem to find the time to finish it.
well into,
well into [sth]
preppreposition: Relates noun or pronoun to another element of sentence--for example, "a picture of John," "She walked from my house to yours."
slang (enthusiastic about) (αργκό)πωρωμένος μτχ πρκμετοχή παρακειμένου: Χρησιμοποιείται ως επίθετο ή ουσιαστικό και έχει τρία γένη, π.χ. χαμένος, χαμένη, χαμένο κλπ.
 My brother is well into techno music, he spends all his money on records and going to clubs!
well known,
well-known
adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house."
(famous)διάσημος, γνωστός επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
Σχόλιο: A hyphen is used when the adjective comes before the noun.
 Many actresses and actors are well known all around the world.
 Πολλοί ηθοποιοί, άντρες και γυναίκες, είναι γνωστοί σε ολόκληρο τον κόσμο.
well known,
well-known
adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house."
(commonly accepted)αποδεκτός, γνωστός επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
Σχόλιο: A hyphen is used when the adjective comes before the noun.
 It's a well-known fact that sea water is salty.
 Είναι γνωστό ότι το θαλασσινό νερό είναι αλμυρό.
well liked,
well-liked
adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house."
(popular)διάσημος, γνωστός επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
 Anchovies are not well liked by most people. Trisia is well-liked by all her classmates.
 Οι αντσούγιες δεν είναι γνωστές σε πολλούς ανθρώπους. Η Τρίσια είναι διάσημη με όλους τους συμμαθητές της,
well made,
well-made
adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house."
(sturdy, built to last)στέρεος, ανθεκτικός επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
Σχόλιο: A hyphen is used when the adjective precedes the noun
 He was a very well-made young man indeed.
well made,
well-made
adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house."
(finely crafted)καλοφτιαγμένος μτχ πρκμετοχή παρακειμένου: Χρησιμοποιείται ως επίθετο ή ουσιαστικό και έχει τρία γένη, π.χ. χαμένος, χαμένη, χαμένο κλπ.
 Only master craftsmen can produce well-made furniture.
Επόμενα 100 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'well' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
Συμφράσεις: [an oil, a water, a gas] well, well [informed, educated, behaved, mannered], [a stair, an elevator, a service] well, περισσότερα…

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση well στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'well'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης