Το WordReference δεν έχει τη δυνατότητα να μεταφράσει αυτή τη φράση, μπορείτε όμως να κάνετε κλικ σε κάθε λέξη για να δείτε τη σημασία της:

welfare check


Η φράση που αναζητήσατε δεν βρέθηκε.
Η εγγραφή για τον όρο welfare παρατίθεται στη συνέχεια.

Δείτε επίσης: check

WordReference English-Greek Dictionary © 2019:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
welfare nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (well-being)ευημερία ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
  (καθομιλουμένη)καλό επίθ ως ουσ ουδ
 I'm worried about the welfare of the children.
 Ανησυχώ για την ευημερία των παιδιών.
 This sentence is not a translation of the original sentence. Οι γείτονές μου δεν δίνουν δεκάρα για το καλό των άλλων.
welfare nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (government benefits)κοινωνική πρόνοια επίθ + ουσ θηλ
  πρόνοια ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 He lived on welfare for many years.
 Για πολλά χρόνια ζούσε με τα λεφτά που έπαιρνε από την Πρόνοια (or: Κοινωνική Πρόνοια).
welfare nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (happiness)ευτυχία ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 I'm concerned for your welfare and don't like to see you unhappy.
 Ανησυχώ για την ευτυχία σου και δεν μου αρέσει να σε βλέπω δυστυχισμένη.
 
Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
welfare nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (health)υγεία ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 I'm worried about his physical welfare because he looks ill.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2019:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
child welfare nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (services: protect children)Υπηρεσίες Παιδικής Πρόνοιας έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 Foster parents are an important part of the child welfare system.
on welfare adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (claiming government benefits)στην πρόνοια έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 She was on welfare until she could get back on her feet.
on welfare advadverb: Describes a verb, adjective, adverb, or clause--for example, "come quickly," "very rare," "happening now," "fall down." (on government benefits)σε επίδομα ανεργίας έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 Life is not easy for people who live on welfare.
social welfare nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (system of pensions and benefits)πρόγραμμα κοινωνικής πρόνοιας έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
welfare payments nplplural noun: Noun always used in plural form--for example, "jeans," "scissors." (government benefits)επίδομα ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 Welfare payments helped Kylie provide for her family.
welfare program,
UK: welfare scheme
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(government benefits scheme)κοινωνική πρόνοια ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 Social Security is a US government welfare program for the elderly.
welfare state nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (nation with social welfare programme)κράτος κοινωνικής πρόνοιας ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 All this government intervention will turn Australia into a welfare state.
welfare work nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (social services)κοινωνική πρόνοια ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
welfare worker nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. ([sb] who does social or community work)κοινωνικός λειτουργός ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
 Some welfare workers visit elderly people who live by themselves.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση welfare check στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'welfare check'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης