welding

Listen:
 [ˈwɛldɪŋ]


Σε αυτή τη σελίδα: welding, weld

WordReference English-Greek Dictionary © 2019:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
welding nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (act of fusing metal)συγκόλληση ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
Σχόλιο: Στα ελληνικά υπάρχουν και πιο συγκεκριμένοι όροι, πχ ηλεκτροσυγκόλληση, οξυγονοκόλληση κλπ.
 The welding took just a few minutes.
 Η συγκόλληση πήρε μόλις λίγα λεπτά.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2019:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
weld [sth],
weld [sth] to [sth]
vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat."
(metal)συγκολλώ ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 The jewellery maker welded the two pieces of silver.
 Ο κοσμηματοποιός συγκόλλησε τα δύο κομμάτια του αργύρου.
 
Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
weld nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (welded join)συγκόλληση ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 The weld was badly done and came apart as soon as pressure was applied to it.
weld nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (plant: Reseda Luteola) (βοτανική)ρεζεντά ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
weld nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (yellow dye) (βαφή)ώχρα ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
weld vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (unite, combine)ενώνω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2019:

Σύνθετοι τύποι:
welding | weld
ΑγγλικάΕλληνικά
arc welding (welding technique)συγκόλληση τόξου φρ ως ουσ θηλφράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.
spot welding nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (fusing metal)συγκόλληση μετάλλων, ποντάρισμα έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
welding torch nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (tool used to fuse metals)φλόγιστρο ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 The mechanic used a welding torch to fuse the metal strips together.
 Ο μηχανικός χρησιμοποίησε έναν φλόγιστρο για να ενώσει τις μεταλλικές ράβδους.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'welding' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
Συμφράσεις: welding [supplies, equipment, tools], a welding [kit, machine], [steel, tungsten, aluminum] welding, περισσότερα…

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση welding στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'welding'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης