Σε αυτή τη σελίδα: welded, weld

WordReference English-Greek Dictionary © 2019:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
welded adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (metal)συγκολλημένος μτχ πρκμετοχή παρακειμένου: Χρησιμοποιείται ως επίθετο ή ουσιαστικό και έχει τρία γένη, π.χ. χαμένος, χαμένη, χαμένο κλπ.
 The two metal pipes were connected by a welded joint.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2019:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
weld [sth],
weld [sth] to [sth]
vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat."
(metal)συγκολλώ ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 The jewellery maker welded the two pieces of silver.
 Ο κοσμηματοποιός συγκόλλησε τα δύο κομμάτια του αργύρου.
 
Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
weld nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (welded join)συγκόλληση ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 The weld was badly done and came apart as soon as pressure was applied to it.
weld nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (plant: Reseda Luteola) (βοτανική)ρεζεντά ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
weld nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (yellow dye) (βαφή)ώχρα ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
weld vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (unite, combine)ενώνω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'welded' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση welded στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'welded'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης