weirdo

Listen:
 [ˈwɪərdəʊ]


Inflections of 'weirdo' (nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.): nplplural noun: Noun always used in plural form--for example, "jeans," "scissors.": weirdos

WordReference English-Greek Dictionary © 2019:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
weirdo nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. colloquial (strange person)παράξενος, αλλόκοτος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
  (ανεπίσημο)φρικιό ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 The man who lives in that house is a weirdo.
 Ο άντρας που ζει σε εκείνο το σπίτι είναι παράξενος (or: αλλόκοτος).
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Συμφράσεις: informal: a weirdo [at school, in college, at work], informal: a [group, collection, bunch] of weirdos, informal: [dress, act, speak] like a weirdo, περισσότερα…

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση weirdo στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'weirdo'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης