WordReference English-Greek Dictionary © 2019:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
weirdie nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. slang, pejorative, dated (unpleasantly strange person) (καθομ, μειωτικό, μτφ)λοξός, λοξή επίθ ως ουσ αρσ, επίθ ως ουσ θηλ
  (ιδιόρρυθμος, εκκεντρικός)ζουρλοπαντιέρα, μουρλοπαντιέρα, τρελοπαντιέρα ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
  (ιδιόρρυθμη γυναίκα)μουρλέγκω, τρελλέγγω ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
Σχόλιο: Τα ζουρλοπαντιέρα, μουρλοπαντιέρα και τρελοπαντιέρα, αν και είναι θηλυκά χρησιμοποιούνται για όλα τα γένη (ως επίθετα, αλλά ακόμα και ως ουσιαστικά).
 This sentence is not a translation of the original sentence. Τι κάνει η ζουρλοπαντιέρα ο θείος σου; Ακόμα έτσι ιδιόρρυθμος είναι;
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση weirdie στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'weirdie'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης