weir

Listen:
 [ˈwɪə]


WordReference English-Greek Dictionary © 2019:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
weir nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (small dam)υδατοφράχτης ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
 Water flowed over the weir.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Συμφράσεις: a river weir, build a weir to [regulate, raise, control, divert] the water, the weir [regulates] the water level, περισσότερα…

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση weir στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'weir'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης