weightlifting

Listen:
 [ˈweɪtlɪftɪŋ]


Σε αυτή τη σελίδα: weightlifting, weight lifting

WordReference English-Greek Dictionary © 2019:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
weightlifting nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (sport: lifting weights) (άθλημα)άρση βαρών ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 She's taken two medals in weightlifting.
weightlifting nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (exercise: weight training) (σωματική άσκηση)βάρη ουσ ουδ πλουσιαστικό αρσενικό πληθυντικός: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους και είτε χρησιμοποιείται μόνο στον πληθυντικό, π.χ. τα κάλαντα, είτε αναφέρεται στον πληθυντικό για την ορθή απόδοση του μεταφραζόμενου όρου.
 Weightlifting's excellent for improving the strength of your upper body.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2019:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
weight lifting nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (sport: competition to lift barbells)άρση βαρών ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 Hoskins is in training for the Olympic weight lifting competition.
weight lifting nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (exercise: training with weights)άρση βαρών ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 Weight-lifting builds muscle and strengthens your heart.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'weightlifting' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση weightlifting στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'weightlifting'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης