Σε αυτή τη σελίδα: weightlifter, lifter
Ο όρος 'weightlifter' αποτελεί εναλλακτική του όρου 'lifter'. Θα τον βρείτε σε μία ή περισσότερες από τις παρακάτω γραμμές.

WordReference English-Greek Dictionary © 2019:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
weightlifter nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (athlete who lifts weights)αθλητής της άρσης βαρών ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
  (καθομιλουμένη)αρσιβαρίστας ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2019:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
lifter nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (lifting mechanism)ανελκυστήρας ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
  ανυψωτικός μηχανισμός επίθ + ουσ αρσ
 The lifter failed to operate so it was replaced.
 Ο ανυψωτικός μηχανισμός χάλασε και έτσι αντικαταστάθηκε.
 
Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
lifter nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. informal, abbreviation (person: shoplifter, thief)κλέφτης ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
 The store prosecutes lifters aggressively.
 Το κατάστημα διώκει επιθετικά τους κλέφτες.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2019:

Σύνθετοι τύποι:
weightlifter | lifter
ΑγγλικάΕλληνικά
lifter nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. informal, abbreviation (person who lifts weights) (άτομο)αρσιβαρίστας, αρσιβαρίστρια ουσ αρσ, ουσ θηλουσιαστικό αρσενικό, ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού και θηλυκού γένους. Αναφέρονται αμφότερα καθώς ο ξενόγλωσσος όρος αναφέρεται και στα δύο γένη.
 She became a lifter to increase her upper body strength.
 Έγινε αρσιβαρίστρια για να αυξήσει την δύναμη του πάνω μέρους του σώματός της.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'weightlifter' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση weightlifter στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'weightlifter'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης