Σε αυτή τη σελίδα: weighted, weight

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
weighted with [sth] adj + prep figurative (burdened)επιβαρυμένος με κτ μτχ πρκ + πρόθ
  (μεταφορικά)που κουβαλάει βάρος περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 The old lady was weighted with sorrow.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
weight nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. countable (relative heaviness)βάρος ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 Measure the weight of these two objects and tell me which one is heavier.
 Μέτρησε το βάρος αυτών των δύο αντικειμένων και πες μου πιο είναι βαρύτερο.
weight nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. uncountable (heaviness)βάρος ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 Its weight was sufficient to hold the door open.
 Το βάρος του ήταν αρκετό για να κρατήσει την πόρτα ανοιχτή.
weight nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (block used with scales) (σε ζυγαριά)βαρίδι, βάρος ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
  ζύγι ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 Old scales used little weights to balance the goods purchased.
 Οι παλιές ζυγαριές είχαν μικρά βαρίδια (or: βάρη) που ισορροπούσαν με τα προϊόντα που αγοράζονταν.
weight nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. countable (how much a body weighs)βάρος ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 I try to maintain a healthy weight.
 Προσπαθώ να διατηρήσω ένα υγιές βάρος.
weight nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. uncountable (body mass)βάρος ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 How much weight did you lose after you cut out sugar from your diet?
 Πόσο βάρος έχασες όταν έκοψες τη ζάχαρη από τη διατροφή σου;
weight nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. uncountable (body: excess fat)περιττό βάρος επίθ + ουσ ουδ
  περιττά κιλά β' συνθετικό: Βρίσκεται στην τέλος μια λέξης και σε οριμένες περιπτώσης φανερώνει το νόημα αυτής, π.χ. υψηλόβαθμος, χαμηλόβαθμοςκλπ.
 No matter how much I diet, I can't seem to shift this weight.
 Όση δίαιτα και να κάνω, δεν μπορώ να ξεφορτωθώ αυτό το περιττό βάρος.
weight nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. countable (measure of weight)βάρος ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 What system of weights and measures do they use in the UK?
weight nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. countable (weight training: dumbbell)βάρη ουσ ουδ πλουσιαστικό αρσενικό πληθυντικός: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους και είτε χρησιμοποιείται μόνο στον πληθυντικό, π.χ. τα κάλαντα, είτε αναφέρεται στον πληθυντικό για την ορθή απόδοση του μεταφραζόμενου όρου.
  (λίγα κιλά)βαράκι ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 He grabbed the thirty-kilogram weights for his chest exercises.
 Σήκωσε τα βάρη των τριάντα κιλών για τις ασκήσεις στήθους του.
 This sentence is not a translation of the original sentence. Η κοπέλα σήκωσε ένα δίκιλο βαράκι για να κάνεις τις ασκήσεις της.
 
Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
weight nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (heavy element in a mechanism)βαρίδι ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 The weights in this grandfather clock need replacing.
weight nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (paperweight, etc.)βαρίδι, βαρίδιο ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 The book was used as a weight to hold the door open.
weight nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. figurative (burden) (μεταφορικά)βάρος ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
  φορτίο ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 Looking after both elderly parents was a heavy weight on her shoulders.
weight nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. uncountable, figurative (significance) (μεταφορικά)βαρύτητα ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 I don't apply any weight to the age of the candidates. The best man will get the job.
weight nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. uncountable, figurative (solemnity)σοβαρότητα ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 The priest spoke at the funeral with great weight and respect.
weight nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. figurative (influence) (μεταφορικά)βάρος ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
  βαρύτητα ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 She holds considerable weight in his decision-making.
 Η γνώμη της έχει ιδιαίτερο βάρος όσον αφορά το τι απόφαση θα πάρει εκείνος.
weight nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. figurative (majority) (μεταφορικά)βαρύτητα ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
  βάρος ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 The weight of the majority was so strong that there was no problem passing the legislation.
weight nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. countable (athletics: shot)σφαίρα ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 In the shot put, you have to throw the weight as far as possible.
weight nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (category in boxing) (κατηγορία μποξ: βαρεών)βαρών ουσ ουδ πλουσιαστικό αρσενικό πληθυντικός: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους και είτε χρησιμοποιείται μόνο στον πληθυντικό, π.χ. τα κάλαντα, είτε αναφέρεται στον πληθυντικό για την ορθή απόδοση του μεταφραζόμενου όρου.
 Mohammad Ali boxed in the heavy weight division.
 Ο Μοχάμεντ Άλι αγωνιζόταν στην κατηγορία βαρεών βαρών.
weight nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (statistics: coefficient)συντελεστής βαρύτητας φρ ως ουσ αρσφράση ως ουσιαστικό αρσενικό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους, π.χ. φακός επαφής, καθηγητής φυσικής αγωγήςκλπ.
 The analysis shows that income has considerable weight in who buys expensive cars.
weight [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (apply weight to)βάζω βάρος σε κτ περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 We weighted the sacks before dumping them overboard.
weight [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (hold down with a weight) (Δεν υπάρχει αντιστοιχία.)- β' συνθετικό: Βρίσκεται στην τέλος μια λέξης και σε οριμένες περιπτώσης φανερώνει το νόημα αυτής, π.χ. υψηλόβαθμος, χαμηλόβαθμοςκλπ.
 He weighted the papers with the book.
 Σταθεροποίησε τα χαρτιά με ένα βιβλίο.
weight [sb] with [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (burden) (κάποιον με κάτι)βαρύνω, επιβαρύνω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 Please don't weight me with all your problems.
weight [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (statistics: apply a coefficient to)σταθμίζομαι ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
  σταθμίζω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 The numbers were weighted to reflect population density.
 Οι αριθμοί σταθμίστηκαν για να αντιπροσωπεύουν την πυκνότητα του πληθυσμού.
 Στάθμισαν τους αριθμούς για να αντιπροσωπεύουν την πυκνότητα του πληθυσμού.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Σύνθετοι τύποι:
weighted | weight
ΑγγλικάΕλληνικά
weighted average,
weighted mean
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(mean obtained by favoring certain factors)σταθμισμένος μέσος όρος φρ ως ουσ αρσφράση ως ουσιαστικό αρσενικό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους, π.χ. φακός επαφής, καθηγητής φυσικής αγωγήςκλπ.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'weighted' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση weighted στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'weighted'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης