weight

Listen:
UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈweɪt/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronuncation: IPA/weɪt/ ,USA pronunciation: respelling(wāt)


WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
weight nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. countable (relative heaviness)βάρος ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 Measure the weight of these two objects and tell me which one is heavier.
 Μέτρησε το βάρος αυτών των δύο αντικειμένων και πες μου πιο είναι βαρύτερο.
weight nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. uncountable (heaviness)βάρος ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 Its weight was sufficient to hold the door open.
 Το βάρος του ήταν αρκετό για να κρατήσει την πόρτα ανοιχτή.
weight nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (block used with scales) (σε ζυγαριά)βαρίδι, βάρος ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
  ζύγι ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 Old scales used little weights to balance the goods purchased.
 Οι παλιές ζυγαριές είχαν μικρά βαρίδια (or: βάρη) που ισορροπούσαν με τα προϊόντα που αγοράζονταν.
weight nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. countable (how much a body weighs)βάρος ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 I try to maintain a healthy weight.
 Προσπαθώ να διατηρήσω ένα υγιές βάρος.
weight nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. uncountable (body mass)βάρος ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 How much weight did you lose after you cut out sugar from your diet?
 Πόσο βάρος έχασες όταν έκοψες τη ζάχαρη από τη διατροφή σου;
weight nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. uncountable (body: excess fat)περιττό βάρος επίθ + ουσ ουδ
  περιττά κιλά β' συνθετικό: Βρίσκεται στην τέλος μια λέξης και σε οριμένες περιπτώσης φανερώνει το νόημα αυτής, π.χ. υψηλόβαθμος, χαμηλόβαθμοςκλπ.
 No matter how much I diet, I can't seem to shift this weight.
 Όση δίαιτα και να κάνω, δεν μπορώ να ξεφορτωθώ αυτό το περιττό βάρος.
weight nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. countable (measure of weight)βάρος ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 What system of weights and measures do they use in the UK?
weight nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. countable (weight training: dumbbell)βάρη ουσ ουδ πλουσιαστικό αρσενικό πληθυντικός: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους και είτε χρησιμοποιείται μόνο στον πληθυντικό, π.χ. τα κάλαντα, είτε αναφέρεται στον πληθυντικό για την ορθή απόδοση του μεταφραζόμενου όρου.
  (λίγα κιλά)βαράκι ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 He grabbed the thirty-kilogram weights for his chest exercises.
 Σήκωσε τα βάρη των τριάντα κιλών για τις ασκήσεις στήθους του.
 This sentence is not a translation of the original sentence. Η κοπέλα σήκωσε ένα δίκιλο βαράκι για να κάνεις τις ασκήσεις της.
 
Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
weight nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (heavy element in a mechanism)βαρίδι ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 The weights in this grandfather clock need replacing.
weight nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (paperweight, etc.)βαρίδι, βαρίδιο ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 The book was used as a weight to hold the door open.
weight nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. figurative (burden) (μεταφορικά)βάρος ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
  φορτίο ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 Looking after both elderly parents was a heavy weight on her shoulders.
weight nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. uncountable, figurative (significance) (μεταφορικά)βαρύτητα ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 I don't apply any weight to the age of the candidates. The best man will get the job.
weight nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. uncountable, figurative (solemnity)σοβαρότητα ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 The priest spoke at the funeral with great weight and respect.
weight nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. figurative (influence) (μεταφορικά)βάρος ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
  βαρύτητα ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 She holds considerable weight in his decision-making.
 Η γνώμη της έχει ιδιαίτερο βάρος όσον αφορά το τι απόφαση θα πάρει εκείνος.
weight nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. figurative (majority) (μεταφορικά)βαρύτητα ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
  βάρος ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 The weight of the majority was so strong that there was no problem passing the legislation.
weight nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. countable (athletics: shot)σφαίρα ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 In the shot put, you have to throw the weight as far as possible.
weight nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (category in boxing) (κατηγορία μποξ: βαρεών)βαρών ουσ ουδ πλουσιαστικό αρσενικό πληθυντικός: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους και είτε χρησιμοποιείται μόνο στον πληθυντικό, π.χ. τα κάλαντα, είτε αναφέρεται στον πληθυντικό για την ορθή απόδοση του μεταφραζόμενου όρου.
 Mohammad Ali boxed in the heavy weight division.
 Ο Μοχάμεντ Άλι αγωνιζόταν στην κατηγορία βαρεών βαρών.
weight nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (statistics: coefficient)συντελεστής βαρύτητας φρ ως ουσ αρσφράση ως ουσιαστικό αρσενικό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους, π.χ. φακός επαφής, καθηγητής φυσικής αγωγήςκλπ.
 The analysis shows that income has considerable weight in who buys expensive cars.
weight [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (apply weight to)βάζω βάρος σε κτ περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 We weighted the sacks before dumping them overboard.
weight [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (hold down with a weight) (Δεν υπάρχει αντιστοιχία.)- β' συνθετικό: Βρίσκεται στην τέλος μια λέξης και σε οριμένες περιπτώσης φανερώνει το νόημα αυτής, π.χ. υψηλόβαθμος, χαμηλόβαθμοςκλπ.
 He weighted the papers with the book.
 Σταθεροποίησε τα χαρτιά με ένα βιβλίο.
weight [sb] with [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (burden) (κάποιον με κάτι)βαρύνω, επιβαρύνω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 Please don't weight me with all your problems.
weight [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (statistics: apply a coefficient to)σταθμίζομαι ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
  σταθμίζω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 The numbers were weighted to reflect population density.
 Οι αριθμοί σταθμίστηκαν για να αντιπροσωπεύουν την πυκνότητα του πληθυσμού.
 Στάθμισαν τους αριθμούς για να αντιπροσωπεύουν την πυκνότητα του πληθυσμού.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Phrasal verbs
ΑγγλικάΕλληνικά
weight [sth] down,
weight down [sth]
vtr phrasal sepphrasal verb, transitive, separable: Verb with adverb(s) or preposition(s), having special meaning, divisible--for example, "call off" [=cancel], "call the game off," "call off the game."
(hold down with a weight)βάζω βάρος σε κάτι για να μείνει κάτω περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
body weight nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (amount a person weighs)βάρος σώματος, σωματικό βάρος ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 The body-mass index is a ratio of a person's body weight to his height.
dead weight,
also US: deadweight
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
([sth] heavy, motionless)βάρος ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
  αδρανής μάζα επίθ + ουσ θηλ
dead weight,
also US: deadweight
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
figurative (burden) (μεταφορικά)μεγάλο βάρος επίθ + ουσ ουδ
  φορτίο ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
dead weight nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (weight a ship can carry) (ζαργκόν: ναυτιλία)χωρητικότητα εκτοπίσματος φρ ως ουσ θηλφράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.
  (μεταφορικά)νεκρό βάρος φρ ως ουσ ουδφράση ως ουσιαστικό ουδέτερο: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους, π.χ. ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα, απολυτήριο λυκείου κλπ.
dead weight,
also US: deadweight
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(weight of vehicle without a load) (μεταφορικά)νεκρό βάρος φρ ως ουσ ουδφράση ως ουσιαστικό ουδέτερο: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους, π.χ. ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα, απολυτήριο λυκείου κλπ.
  απόβαρο ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
  ίδιο βάρος φρ ως ουσ ουδφράση ως ουσιαστικό ουδέτερο: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους, π.χ. ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα, απολυτήριο λυκείου κλπ.
dead weight,
also US: deadweight
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(fixed weight on structure or equipment)ίδιο βάρος φρ ως ουσ ουδφράση ως ουσιαστικό ουδέτερο: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους, π.χ. ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα, απολυτήριο λυκείου κλπ.
feel the weight of v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." figurative (be burdened by)αισθάνομαι το βάρος, έχω την ευθύνη ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 When he saw the negative test result he felt the weight of the world lift off of his shoulders.
gain weight (US),
put on weight (UK)
vtr + n
(get fatter, heavier)παίρνω βάρος, βάζω βάρος περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  παχαίνω ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
 Most college students gain weight during their first year of school. I've put on so much weight, my trousers won't do up!
gross weight nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (total weight of goods and their container)μεικτό βάρος ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
lend weight to [sth] v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." figurative (give [sth] credibility) (μεταφορικά: σε κάτι)προσδίδω βαρύτητα περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
lightweight,
light-weight
adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house."
(sport: of lightest weight division) (άθλημα, κατηγορία)ελαφρών βαρών επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
 The lightweight match will start at 8 pm.
 Ο αγώνας κατηγορίας ελαφρών βαρών θα αρχίσει στις 8 μ.μ.
lightweight,
light-weight
adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house."
(not serious, trivial)ασήμαντος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
  μικρός επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
lightweight,
light-weight,
light weight
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
informal, figurative (person who gets drunk quickly) (μεταφορικά)ερασιτέχνης επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
  κατηγορία φτερού έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 Stumbling after only two beers? You're such a lightweight!
 Κουτουλάς με δυο μπύρες μόνο; Είσαι ερασιτέχνης!
lose weight vtr + n (slim, become slimmer)χάνω βάρος έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 If you want to lose weight, eat less and exercise more.
 Αν θέλεις να χάσεις βάρος, να τρως λιγότερο και να ασκείσαι περισσότερο.
net weight nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (goods minus packaging)καθαρό βάρος επίθ + ουσ ουδ
 The ship carried a net weight of ten thousand tons.
pull your weight,
pull your own weight
v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end."
(do your share of work)συνεισφέρω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  κάνω ότι μου αναλογεί περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
shipping weight nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (heaviness of freight)βάρος φορτίου περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
take off weight,
take weight off
v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end."
(reduce, lose weight)χάνω βάρος έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 Fred's doctor told him he needed to take off weight.
take-off weight nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (plane's weight at start of journey)βάρος απογείωσης φρ ως ουσ ουδφράση ως ουσιαστικό ουδέτερο: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους, π.χ. ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα, απολυτήριο λυκείου κλπ.
 Take-off weight includes the passengers, the baggage, and the fuel.
throw your weight around v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." figurative, informal (be bossy, self-important)φέρομαι αυταρχικά ρ αμ + επίρ
  (μεταφορικά)το παίζω αφεντικό έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
Σχόλιο: Δεν υπάρχει ακριβής αντιστοιχία.
 Charles is a bossy guy who likes throwing his weight around.
watch your weight v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." figurative, informal (try not to get fatter)προσέχω το βάρος μου περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 She loves rich food, so she has to be careful and watch her weight.
weight and eating issues nplplural noun: Noun always used in plural form--for example, "jeans," "scissors." (psychology: food and body-image disorder)διατροφικά θέματα και θέματα βάρους περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
weight control nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (dieting)δίαιτα ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 Weight control is a multi-million pound industry these days.
weight gain nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (increase in body weight)αύξηση σωματικού βάρους περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
weight lifting nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (sport: competition to lift barbells)άρση βαρών ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 Hoskins is in training for the Olympic weight lifting competition.
weight lifting nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (exercise: training with weights)άρση βαρών ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 Weight-lifting builds muscle and strengthens your heart.
weight loss nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (slimming)αδυνάτισμα ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 Her sudden weight loss worried her friends.
weight management nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (control of one's body weight)διαχείριση σωματικού βάρους φρ ως ουσ θηλφράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.
weight measurement nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (calculation: how heavy [sth], [sb] is)μέτρηση βάρους περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
weight restriction nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (limit on how heavy [sth] or [sb] can be)περιορισμός βάρους φρ ως ουσ αρσφράση ως ουσιαστικό αρσενικό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους, π.χ. φακός επαφής, καθηγητής φυσικής αγωγήςκλπ.
weight room nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (weight-training gym)αίθουσα βαρών φρ ως ουσ θηλφράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.
weight training nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (lifting barbells for fitness)άρση βαρών ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
  (καθομιλουμένη)βάρη ουσ ουδ πλουσιαστικό αρσενικό πληθυντικός: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους και είτε χρησιμοποιείται μόνο στον πληθυντικό, π.χ. τα κάλαντα, είτε αναφέρεται στον πληθυντικό για την ορθή απόδοση του μεταφραζόμενου όρου.
 He stays in shape by running and doing weight training.
weight-bearing,
weight bearing
adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house."
(designed to support a load)στήριξης βάρους, φόρτισης βάρους φρ ως επίθφράση ως επίθετο ή επιθετικός προσδιορισμός: Σύνολο λέξεων που περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ. άτομο υψηλής νοημοσύνης, άριστης ποιότητας υλικά κλπ.
weight-bearing,
weight bearing
adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house."
(part: that support a weight or load) (επίσημο)φέρων το βάρος φρ ως επίθφράση ως επίθετο ή επιθετικός προσδιορισμός: Σύνολο λέξεων που περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ. άτομο υψηλής νοημοσύνης, άριστης ποιότητας υλικά κλπ.
  που φέρει το βάρος περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
worth its weight in gold adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." figurative (very useful) (μεταφορικά)που αξίζει το βάρος του σε χρυσό έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 If you use the internet much, a broadband connection is worth its weight in gold.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'weight' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
Συμφράσεις: weight the [results, question], weight [loss, gain, restrictions], weighted to [reflect, represent, adjust], περισσότερα…

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση weight στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'weight'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης