wedged

US:USA pronunciation: respellingUSA pronunciation: respelling(wejd)

From the verb wedge: (⇒ conjugate)
wedged is: Click the infinitive to see all available inflections
v pastverb, past simple: Past tense--for example, "He saw the man." "She laughed."
v past pverb, past participle: Verb form used descriptively or to form verbs--for example, "the locked door," "The door has been locked."

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
wedge nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (V-shaped block)σφήνα ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 Polly pushed a wedge under the door to hold it open. The stonemason drove a wedge into the block of stone to split it.
 Η Πόλι έβαλε μια σφήνα κάτω από την πόρτα για να την κρατήσει ανοιχτή.
wedge [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (stick into)σφηνώνω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  χώνω, στριμώχνω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 Alan wedged the book between the others on the shelf.
 Ο Άλαν σφήνωσε το βιβλίο ανάμεσα στα υπόλοιπα που ήταν τοποθετημένα στο ράφι.
wedge [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (secure with a wedge)σφηνώνω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  (με σφήνα)στερεώνω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 Peter wedged the door to make sure it didn't swing closed.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
wedge nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (type of golf club) (είδος μπαστουνιού)γουέτζ ουσ ουδ άκλουσιαστικό ουδέτερο άκλιτο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους και δεν κλίνεται, π.χ. σάντουιτς, κομπιούτερ κλπ. Συχνά είναι ξενικής προέλευσης.
 The golfer chose a wedge for her next shot.
wedge nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (piece: of cake, etc.) (από κάτι στρογγυλό)κομμάτι ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 Dan served his guests coffee with a wedge of cake each.
wedge nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. often plural (shoe with wedge heel) (συνήθως πληθυντικός)πλατφόρμα ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 Nancy was wearing wedges.
wedge nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (mathematics: triangular prism) (στα μαθηματικά)τριγωνικό πρίσμα φρ ως ουσ ουδφράση ως ουσιαστικό ουδέτερο: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους, π.χ. ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα, απολυτήριο λυκείου κλπ.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Phrasal verbs
ΑγγλικάΕλληνικά
wedge in vtr phrasal sepphrasal verb, transitive, separable: Verb with adverb(s) or preposition(s), having special meaning, divisible--for example, "call off" [=cancel], "call the game off," "call off the game." (insert into tightly fitting space)χώνω, στριμώχνω, σφηνώνω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
drive a wedge between [sb],
drive a wedge between [sb] and [sb]
v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end."
figurative (cause bad feeling between) (κάποιον από κάποιον)απομακρύνω ε μ
  (πιο σοβαρό)σπέρνω τη διχόνοια σε κπ έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
  δημιουργώ διχόνοια σε κπ έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 I can't help feeling that your mother is trying to drive a wedge between us.
lemon wedge nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (thick slice or chunk of lemon) (κατά λέξη)φέτα λεμονιού, κομμάτι λεμονιού περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  κομμένο λεμόνι μτχ πρκ + ουσ ουδ
  (καθομιλουμένη)λεμόνι ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 Fresh lemon wedges are a typical accompaniment for fish.
lime wedge nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (thick slice of green citrus fruit)φέτα λάιμ φρ ως ουσ θηλφράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.
  φέτα μοσχολέμονου φρ ως ουσ θηλφράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.
Σχόλιο: Στα ποτά συνηθίζεται η αγγλική ονομασία.
 A cold Mexican beer with a lime wedge is very refreshing.
potato wedge nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (thick baked potato slices in the skin)κυδωνάτες πατάτες επίθ + ουσ θηλ πλ
wedge issue nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (politics: controversial topic)αμφιλεγόμενο ζήτημα επίθ + ουσ ουδ
wedge-shaped adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (triangular, cuneate)σφηνοειδής επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'wedged' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση wedged στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'wedged'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης