Το WordReference δεν έχει τη δυνατότητα να μεταφράσει αυτή τη φράση, μπορείτε όμως να κάνετε κλικ σε κάθε λέξη για να δείτε τη σημασία της:

wedding present


Η φράση που αναζητήσατε δεν βρέθηκε.
Η εγγραφή για τον όρο wedding παρατίθεται στη συνέχεια.

Δείτε επίσης: present
Σε αυτή τη σελίδα: wedding, wed

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
wedding nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (marriage ceremony)γάμος ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
  γάμοι ουσ αρσ πλουσιαστικό αρσενικό πληθυντικός: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους και είτε χρησιμοποιείται μόνο στον πληθυντικό, π.χ. οι Ολυμπιακοί (αγώνες), είτε αναφέρεται στον πληθυντικό για την ορθή απόδοση του μεταφραζόμενου όρου.
  (επίσημο)γαμήλια τελετή ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 They celebrated their wedding on March 27th.
 Τέλεσαν το γάμο τους στις 27 του Μάρτη.
 Τέλεσαν τους γάμους τους στις 27 του Μάρτη.
 Αυτή η πρόταση δεν είναι μετάφραση της αγγλικής πρότασης. Η γαμήλια τελετή έγινε σε στενό κύκλο.
wedding n as adjnoun as adjective: Describes another noun--for example, "boat race," "dogfood." (of a wedding)γαμήλιος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
  του γάμου περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 The wedding pictures were beautiful.
 Αυτή η πρόταση δεν είναι μετάφραση της αγγλικής πρότασης. Η γαμήλια τελετή ήταν πολύ ωραία.
 Οι φωτογραφίες του γάμου ήταν όμορφες.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
wed viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived." formal or dialect (get married)παντρεύομαι ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
  (επίσημο)ενώνομαι με τα δεσμά του γάμου έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
  (λόγιος)νυμφεύομαι ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
 The two young people plan to wed on Saturday.
wed [sb] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." formal or dialect (get married to)παντρεύομαι ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  (επίσημο)ενώνομαι με τα δεσμά του γάμου με κπ έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
  (λόγιος)νυμφεύομαι ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 Steve wed his childhood sweetheart.
wed [sb] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." formal or dialect (officiate at marriage of)παντρεύω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  (επίσημο)ενώνω με τα δεσμά του γάμου έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
  (λόγιος)νυμφεύω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 The registrar wed the young couple.
wed [sth] to [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." figurative (unite, combine) (μεταφορικά)παντρεύω κτ με κτ ρ μ + πρόθ
  συνδυάζω κτ με κτ ρ μ + πρόθ
wed,
wedded
adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house."
formal or dialect (married)παντρεμένος μτχ πρκμετοχή παρακειμένου: Χρησιμοποιείται ως επίθετο ή ουσιαστικό και έχει τρία γένη, π.χ. χαμένος, χαμένη, χαμένο κλπ.
 Robert and Felicity have been wed for thirty years.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Σύνθετοι τύποι:
wedding | wed
ΑγγλικάΕλληνικά
church wedding nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (religious marriage ceremony)θρησκευτικός γάμος ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
 They had a civil ceremony in June but she still wants a real church wedding.
civil wedding nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (marriage: non-religious)πολιτικός γάμος ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
 The bride and groom decided on a civil wedding as they were not themselves religious people.
golden wedding anniversary,
golden wedding
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(marriage: 50 years)χρυσή επέτειος ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 My parents will celebrate their golden wedding anniversary next year.
gown nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (wedding dress)νυφικό επίθ ως ουσ ουδ
 Jane's wedding gown was breathtaking.
 Το νυφικό τη Τζέιν ήταν απίστευτο.
shotgun wedding nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. informal, figurative (marriage due to pregnancy) (κατά λέξη)γάμος λόγω εγκυμοσύνης περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  (πιο απλά, έμφαση στην ταχύτητα)εσπευσμένος γάμος μτχ πρκ + ουσ αρσ
  γάμος που έγινε βιαστικά περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  (χωρίς τη θέληση τους)γάμος από ανάγκη περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 Yes, it was definitely a shotgun wedding: the bride gave birth at the reception!
silver wedding anniversary nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (marriage: 25 years)αργυρή επέτειος γάμου έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 They had a party to celebrate their silver wedding anniversary.
tackle,
wedding tackle
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
UK, slang (male genitals) (μεταφορικά, αργκό: ανδρικό μόριο)εργαλείο ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
  (αργκό, χυδαίο)πούτσος ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
 Simon opened his fly and showed Marie his tackle.
wedding album nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (book of photos of a marriage day)γαμήλιο άλμπουμ, άλμπουμ γάμου φρ ως ουσ ουδφράση ως ουσιαστικό ουδέτερο: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους, π.χ. ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα, απολυτήριο λυκείου κλπ.
wedding anniversary nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (marriage: annual celebration)επέτειος γάμου ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 November 9th is our wedding anniversary.
wedding announcement nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (notice of a forthcoming marriage)αναγγελία γάμου ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 They only sent wedding announcements to their more distant relatives.
wedding band nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (ring given on marriage)βέρα ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
wedding bells nplplural noun: Noun always used in plural form--for example, "jeans," "scissors." (church bells at a wedding)γαμήλιες καμπάνες επίθ + ουσ θηλ πλ
wedding bells nplplural noun: Noun always used in plural form--for example, "jeans," "scissors." figurative (possibility of marriage) (μεταφορικά)γαμήλιες καμπάνες επίθ + ουσ θηλ πλ
wedding breakfast nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (meal served at wedding reception)γαμήλιο τραπέζι ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 After the ceremony, the wedding breakfast was held at a five-star hotel.
wedding cake nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (tiered cake served at a marriage party)γαμήλια τούρτα ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 The wedding cake had three tiers, a chocolate interior, and white glaze for frosting.
wedding celebration nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (party following a marriage ceremony)γαμήλια δεξίωση ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
  (καθομιλουμένη)γλέντι ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 Barry and Tracy had their wedding celebration in the local pub.
wedding ceremony nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (marriage service)μυστήριο του γάμου, τελετή του γάμου περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  γαμήλια τελετή επίθ + ουσ θηλ
  (μεταφορικά)στέψη ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
wedding clothes nplplural noun: Noun always used in plural form--for example, "jeans," "scissors." (bride or bridegroom's outfit)γαμπριάτικα ουσ ουδ πλουσιαστικό αρσενικό πληθυντικός: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους και είτε χρησιμοποιείται μόνο στον πληθυντικό, π.χ. τα κάλαντα, είτε αναφέρεται στον πληθυντικό για την ορθή απόδοση του μεταφραζόμενου όρου.
 Although a tuxedo and a dress are the typical wedding clothes, some people opt for more casual attire.
wedding day nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (day of a marriage ceremony)ημέρα γάμου ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 Ever since she was a little girl, she had dreamed of and planned for her wedding day.
wedding dress,
wedding gown,
bridal gown
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(gown worn by a bride)νυφικό ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 I tried on several wedding dresses before I found the perfect one.
wedding favor (US),
wedding favour (UK)
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(gift for guests at a marriage)δώρο προσκεκλημένων φρ ως ουσ ουδφράση ως ουσιαστικό ουδέτερο: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους, π.χ. ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα, απολυτήριο λυκείου κλπ.
wedding gift nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (present for a couple getting married)δώρο γάμου φρ ως ουσ ουδφράση ως ουσιαστικό ουδέτερο: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους, π.χ. ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα, απολυτήριο λυκείου κλπ.
  γαμήλιο δώρο επίθ + ουσ ουδ
wedding guest nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. ([sb] invited to a marriage ceremony)καλεσμένος ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
 The bride did not recognize the wedding guest in the brown tuxedo.
wedding invitation nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (request to attend a marriage ceremony)προσκλητήριο γάμου φρ ως ουσ ουδφράση ως ουσιαστικό ουδέτερο: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους, π.χ. ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα, απολυτήριο λυκείου κλπ.
  πρόσκληση σε γάμο περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
wedding march (music)γαμήλιο εμβατήριο επίθ + ουσ ουδ
wedding night nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (newlywed couple's first night together)νύχτα γάμου, πρώτη νύχτα του γάμου φρ ως ουσ θηλφράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.
wedding party attendant nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. ([sb] who is part of marriage ceremony)κουμπάρος, κουμπάρα ουσ αρσ, ουσ θηλουσιαστικό αρσενικό, ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού και θηλυκού γένους. Αναφέρονται αμφότερα καθώς ο ξενόγλωσσος όρος αναφέρεται και στα δύο γένη.
Σχόλιο: Κατά προσέγγιση αντιστοιχία.
wedding photo nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. abbr (photograph of a marriage day)γαμήλια φωτογραφία επίθ + ουσ θηλ
  φωτογραφία γάμου φρ ως ουσ θηλφράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.
wedding planner nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. ([sb] hired to organize a marriage day)διοργανωτής γάμου, διοργανώτρια γάμου φρ ως ουσ αρσ, φρ ως ουσ θηλ
wedding reception nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (party after a marriage)γαμήλια δεξίωση ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
  (καθομιλουμένη)γλέντι ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 The wedding reception will follow the church ceremony. The family hired a band to play at the couple's wedding reception.
 Η γαμήλια δεξίωση θα ακολουθήσει το μυστήριο. Η οικογένεια προσέλαβε ένα συγκρότημα να παίξει στη γαμήλια δεξίωση του ζευγαριού.
wedding rehearsal nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (practice marriage ceremony)πρόβα γάμου φρ ως ουσ θηλφράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.
  γαμήλια πρόβα επίθ + ουσ θηλ
wedding ring nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (gold band worn by [sb] married)βέρα ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 My wedding ring doesn't fit me any more. Since he doesn't wear a wedding ring, I assume he's single.
 Η βέρα μου δε μου κάνει πια. Αφού δε φοράει βέρα, υποθέτω ότι είναι ελεύθερος.
wedding shop nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (store selling bridal wear)κατάστημα ειδών γάμου περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
wedding shower nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. US (party where bride-to-be is given gifts) (Δεν υπάρχει αντιστοιχία.)- β' συνθετικό: Βρίσκεται στην τέλος μια λέξης και σε οριμένες περιπτώσης φανερώνει το νόημα αυτής, π.χ. υψηλόβαθμος, χαμηλόβαθμοςκλπ.
 Χρησιμοποιείται ο όρος bridal shower.
wedding vows nplplural noun: Noun always used in plural form--for example, "jeans," "scissors." (promises made by bride and groom)γαμήλιοι όρκοι επίθ + ουσ αρσ πλ
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση wedding present στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'wedding present'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης