we

Listen:
UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations strong: /ˈwiː/, weak: /wi/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronuncation: IPA/wi/ ,USA pronunciation: respelling(wē)


Σε αυτή τη σελίδα: we, ourselves
Ο όρος 'we' αποτελεί εναλλακτική του όρου 'ourselves'. Θα τον βρείτε σε μία ή περισσότερες από τις παρακάτω γραμμές.'we' is an alternate term for 'ourselves'. It is in one or more of the lines below.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
we pronpronoun: Replaces noun--for example, "He took the cookie and ate it." "I saw you yesterday." (plural nominative of I)εμείς αντωναντωνυμία: Δηλώνει ουσιαστικό ή επίθετο το οποίο δεν αναφέρεται, π.χ. εγώ, εσύ, αυτός/αυτή/αυτό κλπ.
Σχόλιο: Συνηθέστερα παραλείπεται και το υποκείμενο δηλώνεται από το ρήμα. Η χρήση του δηλώνει έμφαση στα άτομα του υποκειμένου.
 We are going to the cinema.
 Εμείς θα πάμε στο σινεμά.
we pronpronoun: Replaces noun--for example, "He took the cookie and ate it." "I saw you yesterday." (people, in general terms)εμείς αντωναντωνυμία: Δηλώνει ουσιαστικό ή επίθετο το οποίο δεν αναφέρεται, π.χ. εγώ, εσύ, αυτός/αυτή/αυτό κλπ.
Σχόλιο: Συνηθέστερα παραλείπεται και το υποκείμενο δηλώνεται από το ρήμα. Η χρήση του δηλώνει έμφαση στα άτομα του υποκειμένου.
 Oh, we don't do that here in Spain.
 Α, εμείς δεν το κάνουμε αυτό εδώ στην Ισπανία.
we pronpronoun: Replaces noun--for example, "He took the cookie and ate it." "I saw you yesterday." (myself and [sb] else)εμείς αντωναντωνυμία: Δηλώνει ουσιαστικό ή επίθετο το οποίο δεν αναφέρεται, π.χ. εγώ, εσύ, αυτός/αυτή/αυτό κλπ.
Σχόλιο: Συνηθέστερα παραλείπεται και το υποκείμενο δηλώνεται από το ρήμα. Η χρήση του δηλώνει έμφαση στα άτομα του υποκειμένου.
 Jenny and I? We are going to the park.
 
Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
we pronpronoun: Replaces noun--for example, "He took the cookie and ate it." "I saw you yesterday." (royal)εμείς αντωναντωνυμία: Δηλώνει ουσιαστικό ή επίθετο το οποίο δεν αναφέρεται, π.χ. εγώ, εσύ, αυτός/αυτή/αυτό κλπ.
Σχόλιο: Συνηθέστερα παραλείπεται και το υποκείμενο δηλώνεται από το ρήμα. Η χρήση του δηλώνει έμφαση στα άτομα του υποκειμένου.
 We wear this crown by right and by law.
we pronpronoun: Replaces noun--for example, "He took the cookie and ate it." "I saw you yesterday." (editorial)εμείς αντωναντωνυμία: Δηλώνει ουσιαστικό ή επίθετο το οποίο δεν αναφέρεται, π.χ. εγώ, εσύ, αυτός/αυτή/αυτό κλπ.
Σχόλιο: Συνηθέστερα παραλείπεται και το υποκείμενο δηλώνεται από το ρήμα. Η χρήση του δηλώνει έμφαση στα άτομα του υποκειμένου.
 We oppose the proposed law, wrote the editor in his newspaper.
we pronpronoun: Replaces noun--for example, "He took the cookie and ate it." "I saw you yesterday." (emphasis, apposition)εμείς αντωναντωνυμία: Δηλώνει ουσιαστικό ή επίθετο το οποίο δεν αναφέρεται, π.χ. εγώ, εσύ, αυτός/αυτή/αυτό κλπ.
Σχόλιο: Συνηθέστερα παραλείπεται και το υποκείμενο δηλώνεται από το ρήμα. Η χρήση του δηλώνει έμφαση στα άτομα του υποκειμένου.
 We warriors are brave and proud.
we pronpronoun: Replaces noun--for example, "He took the cookie and ate it." "I saw you yesterday." jocular, condescending (you) (Δεν υπάρχει αντιστοιχία.)- β' συνθετικό: Βρίσκεται στην τέλος μια λέξης και σε οριμένες περιπτώσης φανερώνει το νόημα αυτής, π.χ. υψηλόβαθμος, χαμηλόβαθμοςκλπ.
 How are we feeling today?
 Πώς είμαστε σήμερα;
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
ourselves pronpronoun: Replaces noun--for example, "He took the cookie and ate it." "I saw you yesterday." (we: reflexive form)τους εαυτούς μας, τον εαυτό μας αντωναντωνυμία: Δηλώνει ουσιαστικό ή επίθετο το οποίο δεν αναφέρεται, π.χ. εγώ, εσύ, αυτός/αυτή/αυτό κλπ.
Σχόλιο: Συνήθως προτιμάται η παθητική φωνή, πχ «Κλειδωθήκαμε έξω από το σπίτι. Κοιταχτήκαμε στον καθρέφτη.»
 We locked ourselves out of the house. We looked at ourselves in the mirror.
ourselves pronpronoun: Replaces noun--for example, "He took the cookie and ate it." "I saw you yesterday." (us: used after as, than, but)εμάς αντωναντωνυμία: Δηλώνει ουσιαστικό ή επίθετο το οποίο δεν αναφέρεται, π.χ. εγώ, εσύ, αυτός/αυτή/αυτό κλπ.
  (εμφατικός τύπος)εμάς τους ίδιους περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 We went into the room and discovered there was nobody there but ourselves.
 Μπήκαμε στο δωμάτιο και ανακαλύψαμε πως δεν ήταν κανένας άλλος εκεί εκτός από εμάς.
ourselves,
we
pronpronoun: Replaces noun--for example, "He took the cookie and ate it." "I saw you yesterday."
(we: emphatic form)εμείς αντωναντωνυμία: Δηλώνει ουσιαστικό ή επίθετο το οποίο δεν αναφέρεται, π.χ. εγώ, εσύ, αυτός/αυτή/αυτό κλπ.
  (εμφατικός τύπος)εμείς οι ίδιοι, εμείς ειδικά, εμείς προσωπικά περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 We ourselves would never do that.
 Εμείς δεν θα το κάναμε αυτό.
ourselves pronpronoun: Replaces noun--for example, "He took the cookie and ate it." "I saw you yesterday." (our normal selves)εμείς αντωναντωνυμία: Δηλώνει ουσιαστικό ή επίθετο το οποίο δεν αναφέρεται, π.χ. εγώ, εσύ, αυτός/αυτή/αυτό κλπ.
  οι εαυτοί μας, ο εαυτός μας περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 The journey exhausted us, but after a few hours' rest we were ourselves again.
 Το ταξίδι μας εξάντλησε, αλλά μετά από ξεκούραση λίγων ωρών ξαναγίναμε ο εαυτός μας.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Σύνθετοι τύποι:
we | ourselves
ΑγγλικάΕλληνικά
as we speak advadverb: Describes a verb, adjective, adverb, or clause--for example, "come quickly," "very rare," "happening now," "fall down." informal (at this moment)τη στιγμή που μιλάμε φρ ως επίρφράση ως επίρρημα ή επιρρηματικός προσδιορισμός: Σύνολο λέξεων που περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. διηγούμαι εν τάχει, περιγράφω με λίγα λόγιακλπ.
  αυτή τη στιγμή φρ ως επίρφράση ως επίρρημα ή επιρρηματικός προσδιορισμός: Σύνολο λέξεων που περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. διηγούμαι εν τάχει, περιγράφω με λίγα λόγιακλπ.
here we are interjinterjection: Exclamation--for example, "Oh no!" "Wow!" (said on arriving at destination)να 'μαστε έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
  φτάσαμε ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
here we are exprexpression: Prepositional phrase, adverbial phrase, or other phrase or expression--for example, "behind the times," "on your own." (we are in this current situation)ορίστε έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
here we are,
here we go
interjinterjection: Exclamation--for example, "Oh no!" "Wow!"
(said on locating [sth])ορίστε έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
  να τος, να τον έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
here we go interjinterjection: Exclamation--for example, "Oh no!" "Wow!" (we are beginning)πάω, ξεκινάω, φεύγω ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
  πάω λοιπόν, ξεκινάω λοιπόν, φεύγω λοιπόν περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
Σχόλιο: Συχνά τα ρήματα χρησιμοποιούνται στον αόριστο, αν και αναφέρονται σε κάτι που συμβαίνει αυτή τη στιγμή.
 “Here we go!” said Dad, turning the key in the ignition.
 «Φύγαμε!» είπε ο μπαμπάς, γυρνώντας το κλειδί στη μίζα.
until we meet again,
Until we meet again!
interjinterjection: Exclamation--for example, "Oh no!" "Wow!"
(goodbye for now)εις το επανιδείν έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
until we meet again exprexpression: Prepositional phrase, adverbial phrase, or other phrase or expression--for example, "behind the times," "on your own." (for now, until our next meeting)μέχρι να τα ξαναπούμε έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 Please take care of my sister until we meet again.
we all pronpronoun: Replaces noun--for example, "He took the cookie and ate it." "I saw you yesterday." (all of us)όλοι μας έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
we'd contractioncontraction: Shortened form of word or words--for example, "I'd" = "I had," "can't" = "cannot." colloquial, abbreviation (we would)θα ήμασταν περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 I knew we'd be in trouble if we arrived late.
we'd contractioncontraction: Shortened form of word or words--for example, "I'd" = "I had," "can't" = "cannot." colloquial, abbreviation (we had)είχαμε ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
 By seven o'clock we'd got everything ready for the party.
we'll contractioncontraction: Shortened form of word or words--for example, "I'd" = "I had," "can't" = "cannot." abbr, colloquial (we will)εμείς θα β' συνθετικό: Βρίσκεται στην τέλος μια λέξης και σε οριμένες περιπτώσης φανερώνει το νόημα αυτής, π.χ. υψηλόβαθμος, χαμηλόβαθμοςκλπ.
we're contractioncontraction: Shortened form of word or words--for example, "I'd" = "I had," "can't" = "cannot." colloquial (we are) (β' πληθυντικό του ρήματος είμαι)είμαστε ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
we've contractioncontraction: Shortened form of word or words--for example, "I'd" = "I had," "can't" = "cannot." colloquial, abbreviation (we have) (Δεν υπάρχει αντιστοιχία.)μη διαθέσιμη μετάφραση β' συνθετικό: Βρίσκεται στην τέλος μια λέξης και σε οριμένες περιπτώσης φανερώνει το νόημα αυτής, π.χ. υψηλόβαθμος, χαμηλόβαθμοςκλπ.
 We've been waiting for at least half an hour.
 Περιμέναμε τουλάχιστον μισή ώρα.
Yes we can! interjinterjection: Exclamation--for example, "Oh no!" "Wow!" US (Obama's presidential campaign slogan)Ναι, μπορούμε! επιφεπιφώνημα: Φανερώνει έντονο συναίσθημα όπως π.χ. έκπληξη, ενθουσιασμό, απογοήτευση, πόνο κλπ.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'we' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση we στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'we'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης