warp

Listen:
UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈwɔːrp/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronuncation: IPA/wɔrp/ ,USA pronunciation: respelling(wôrp)

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
warp viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived." (bend out of shape) (ξύλο, από υγρασία)σκεβρώνω ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
  (καθομιλουμένη)πιτσικάρω ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
  (άλλα υλικά)στραβώνω, παραμορφώνομαι ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
  στρεβλώνω ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
 The wood had warped and was no longer any use as a building material.
 Το ξύλο είχε σκεβρώσει και δεν μπορούσε να χρησιμοποιηθεί πλέον ως κατασκευαστικό υλικό.
warp [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (bend out of shape) (ξύλο, από υγρασία)σκεβρώνω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  (άλλα υλικά)στραβώνω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  παραμορφώνω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  στρεβλώνω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 Damp had warped the floorboards in the old cottage.
 Η υγρασία είχε σκεβρώσει τις σανίδες του πατώματος στο παλιό αγροτόσπιτο.
warp [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." figurative (thoughts, mind: bias, distort)αλλοιώνω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  (μεταφορικά)στρεβλώνω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 The young criminal's unhappy childhood had warped his outlook on life.
 Τα δυστυχισμένα παιδικά χρόνια του νεαρού εγκληματία είχαν στρεβλώσει την αντίληψή του για τη ζωή.
warp viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived." figurative (become distorted)αλλάζω ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
  παραποιούμαι ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
  (προς το χειρότερο)διαστρεβλώνομαι ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
  (μεταφορικά)στρεβλώνω ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
 The meaning of some words warps over time.
 Η σημασία ορισμένων λέξεων αλλάζει με το πέρασμα του χρόνου.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
warp nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (distortion of shape) (ξύλο)σκέβρωμα ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
  (καθομιλουμένη)πιτσικάρισμα ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
  (άλλα υλικά)στράβωμα ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
  παραμόρφωση, στρέβλωση ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 The warp of the wood made it difficult to work with.
warp nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (fabric: lengthwise threads) (στον αργαλειό)στημόνι ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
warp [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (aeronautics: curve a surface) (έλεγχος κλίσης αεροσκάφους: φτερό)λυγίζω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
at warp speed exprexpression: Prepositional phrase, adverbial phrase, or other phrase or expression--for example, "behind the times," "on your own." figurative (extremely rapidly) (μεταφορικά)με ταχύτητα φωτός εκφρ
 It's difficult for companies to keep up with an industry that's moving at warp speed.
time warp nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (science fiction)σκουληκότρυπα ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
  χρονοδίνη ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 The ship must have travelled through a time warp, as the crew found themselves in Victorian England.
warp and weft nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (woven structure)ύφανση με στημόνι και υφάδι φρ ως ουσ θηλφράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.
warp and weft nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. figurative (weaving)ύφανση με στημόνι και υφάδι φρ ως ουσ θηλφράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.
  δομή βάσης φρ ως ουσ θηλφράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'warp' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
Συμφράσεις: traveling at warp speed, has a warp [engine, drive], a [time, shape, space] warp, περισσότερα…

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση warp στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'warp'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης