warmer

Listen:


From warm (adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house."):
warmer
adj comparative
warmest
adj superlative
Σε αυτή τη σελίδα: warmer, warm

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
warmer adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (temperature: more warm)πιο ζεστός περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  πιο θερμός περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  θερμότερος, ζεστότερος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
 According to the forecast, the weather will be warmer tomorrow.
warmer adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." figurative (more friendly)πιο φιλικός περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  φιλικότερος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
  (μεταφορικά)πιο θερμός περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  θερμότερος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
 The relationship between the two brothers is warmer nowadays.
warmer,
getting warmer
adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house."
figurative (guess: closer)πλησιάζω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  είμαι κοντά περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
Σχόλιο: Δεν υπάρχει ακριβής αντιστοιχία.
 Your last guess was warmer.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
warm adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (not quite hot)ζεστός επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
 The baby likes his milk warm.
 Το μωρό θέλει το γάλα του ζεστό.
warm adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (good at retaining warmth)ζεστός επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
 This is a warm blanket, not like that thin one.
 Αυτή είναι ζεστή κουβέρτα, όχι σαν εκείνη τη λεπτή.
warm adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (affectionate)ζεστός, θερμός επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
 I like her warm manner. She really treats us well.
 Μου αρέσει η ζεστή (or: θερμή) της συμπεριφορά. Μας φέρεται πολύ καλά.
warm [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (heat)ζεσταίνω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  θερμαίνω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 You should warm the baby's milk before feeding it to him.
 Πρέπει να ζεσταίνεις το γάλα του μωρού πριν το ταΐσεις.
warm [sth/sb] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (make warm)ζεσταίνω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  θερμαίνω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 I'll warm some leftovers for lunch.
 Θα ζεστάνω λίγο φαγητό που είχε μείνει για μεσημεριανό.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
warm adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (enthusiastic)θερμός, ζεστός επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
 The host gave the guests a warm welcome.
warm adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (excited) (καθομιλουμένη, άκομψο)αναμμένος, ξαναμμένος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
Σχόλιο: Εναλλακτικά μπορεί να αποδοθεί περιφραστικά, π.χ. «Τα αισθησιακά χάδια του την ερέθισαν.»
 His sensual caresses made her feel warm all over.
 Τα αισθησιακά χάδια του την έκαναν να νιώσει ξαναμμένη.
warm,
getting warm
adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house."
(close to the target or secret) (μεταφορικά)πλησιάζω ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
  είμαι κοντά ρ έκφρρηματική έκφραση: Συνδυασμός βοηθητικού ρήματος και ουσιαστικού, επιθέτου ή μετοχής, π.χ. γίνομαι γιατρός, είμαι ψηλός, είμαι κουρασμένος κλπ.
  είμαι σε καλό δρόμο έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 It isn't Paul, but you're getting warm. His name does begin with a P.
 Δεν είναι ο Πωλ, αλλά πλησιάζεις. Το όνομά του όντως αρχίζει με Π.
 Δεν είναι ο Πωλ, αλλά είσαι κοντά. Το όνομά του όντως αρχίζει με Π.
 Δεν είναι ο Πωλ, αλλά είσαι σε καλό δρόμο. Το όνομά του όντως αρχίζει με Π.
warm adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (of colours: red, orange, yellow)ζεστός, θερμός επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
 I like orange. Such a warm colour compared to blue.
warm adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (scent: recently left)πρόσφατος, φρέσκος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
 The dog smelled a warm scent and followed it.
warm adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (erotic)θερμός επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
 She had a warm caress and made him feel sexy.
the warm nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (surrounding warmth)ζέστη ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
  ζεστασιά ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 You must be cold! Come into the warm.
warm viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived." (become warm)ζεσταίνομαι ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
  θερμαίνομαι ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
Σχόλιο: Για την αίσθηση ζέστης από ανθρώπους/ζώα λόγω της θερμοκρασίας χρησιμοποιείται μόνο το ζεσταίνομαι.
 The weary traveler came in to warm by the fire.
warm [sb] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." figurative (fill with affection)γεμίζω ζεστασιά, γεμίζω τρυφερότητα περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 Her sunny smile warms me each morning.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Σύνθετοι τύποι:
warmer | warm
ΑγγλικάΕλληνικά
bench warmer nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. figurative, informal (sport: substitute player)που κάνει μόνο για τον πάγκο έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
  (μεταφορικά, αργκό: πιο γενικό)παλτό ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
  (μεταφορικά, καθομ, αποδοκιμασίας)αναπληρωματικός νεροκουβαλητής έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
Σχόλιο: Δεν υπάρχει ακριβής αντιστοιχία. Ο αγγλικός όρος αναφέρεται στον παίκτη που είναι μονίμως αναπληρωματικός.
 Elaine was ready to show that she was more than just a bench warmer.
 Η Ελέιν ήταν έτοιμη να δείξει ότι δεν κάνει μόνο για τον πάγκο.
getting warmer interjinterjection: Exclamation--for example, "Oh no!" "Wow!" informal, figurative (used to acknowledge a good guess) (μεταφορικά)κοντά είσαι επίφ
  πλησιάζεις επίφ
leg warmer nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. usually plural (woolly leg garment)γκέτα ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 Leg warmers were all the rage in the 80s.
neck warmer nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (cowl or short scarf) (μεταφορικά: για ζέστη)λαιμός ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
  γιακάς ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
 This neck warmer is ideal for all outdoor activities.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'warmer' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση warmer στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'warmer'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης