wariness

Listen:
UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈwɛərɪnɪs/US:USA pronunciation: respellingUSA pronunciation: respelling(wârē nis)

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
wariness nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (caution)προσοχή ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 The mountain climbers proceeded with wariness because of the unpredictable weather conditions.
wariness nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (distrust)επιφύλαξη ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 Harry maintained a wariness towards politicians and their empty promises.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση wariness στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'wariness'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης