warhead

UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈwɔːrhɛd/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronuncation: IPA/ˈwɔrˌhɛd/ ,USA pronunciation: respelling(wôrhed′)

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
warhead nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (explosive part of missile)εκρηκτική κεφαλή ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 The warheads of guided anti-tank missiles are capable of penetrating armour that is more than one metre thick.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
nuclear warhead nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (missile head of an atomic bomb)πυρηνική εκρηκτική κεφαλή έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση warhead στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'warhead'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης