wale

Listen:
UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/weɪl/US:USA pronunciation: respellingUSA pronunciation: respelling(wāl)

Inflections of 'wale' (v): (⇒ conjugate)
wales
v 3rd person singular
waling
v pres pverb, present participle: -ing verb used descriptively or to form progressive verb--for example, "a singing bird," "It is singing."
waled
v pastverb, past simple: Past tense--for example, "He saw the man." "She laughed."
waled
v past pverb, past participle: Verb form used descriptively or to form verbs--for example, "the locked door," "The door has been locked."

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
wale nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (nautical: gunwale, gunnel)κουπαστή ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 Water was coming over the wales.
wale nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (construction: beam, plank)διαδοκίδα διανομής φρ ως ουσ θηλφράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση wale στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'wale'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης