waiver

Listen:
UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈweɪvər/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronuncation: IPA/ˈweɪvɚ/ ,USA pronunciation: respelling(wāvər)

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
waiver nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (renunciation)παραίτηση ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
  αποποίηση ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 The suspect's waiver of his right to have a solicitor present during the interview turned out to be a mistake.
 Η παραίτηση του υπόπτου από το δικαίωμά του να έχει μαζί του δικηγόρο κατά την ανάκριση αποδείχτηκε λανθασμένη.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
waiver nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (document of waiver)δήλωση παραίτησης φρ ως ουσ θηλφράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.
  δήλωση αποποίησης φρ ως ουσ θηλφράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.
 The employer asked the new recruit to sign a waiver confirming she was happy to work more than forty-eight hours a week.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
fee waiver nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (exemption from paying a charge)απαλλαγή από τέλη φρ ως ουσ θηλφράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.
  ελευθέρας επίθ ως ουσ θηλ
medical waiver nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (doctor's release document) (νομική)δήλωση αποποίησης ιατρικής ευθύνης έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
Σχόλιο: Πρόκειται για ειδικό κείμενο με το οποίο ο ασθενής ή οι κηδεμόνες του, στην περίπτωση ανηλίκου, συναινούν για την απαλλαγή του γιατρού από τυχόν ευθύνη για λάθος που προέκυψε εξαιτίας απρόβλεπτων γεγονότων. Δεν αφορά την περίπτωση της ιατρικής αμέλειας.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'waiver' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
Συμφράσεις: a [fee, contractual, liability, federal, written, signed] waiver, sign a waiver of consent, a waiver of [appeal, litigation, rights], περισσότερα…

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση waiver στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'waiver'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης