waive

Listen:
UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈweɪv/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronuncation: IPA/weɪv/ ,USA pronunciation: respelling(wāv)

Inflections of 'waive' (v): (⇒ conjugate)
waives
v 3rd person singular
waiving
v pres pverb, present participle: -ing verb used descriptively or to form progressive verb--for example, "a singing bird," "It is singing."
waived
v pastverb, past simple: Past tense--for example, "He saw the man." "She laughed."
waived
v past pverb, past participle: Verb form used descriptively or to form verbs--for example, "the locked door," "The door has been locked."

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
waive [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (law: right) (με γενική: δικαιώματος)παραιτούμαι ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
 The suspect waived his right to have a solicitor present during the police interview.
 Ο ύποπτος παραιτήθηκε του δικαιώματός του να έχει μαζί του δικηγόρο κατά την ανάκριση της αστυνομίας.
waive [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (requirement, fee) (με γενική)παραιτούμαι ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
  (επίσημο)αίρω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  (επίσημο)αποποιούμαι ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 The lawyer waived his fee for the case.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
waive a claim v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (give up one's right to [sth])παραιτούμαι δικαιώματος περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 After the conversation with the lawyer, the injured man decided to waive his claim to legal damages.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Συμφράσεις: waive your [right, privilege, stake, claim], waived her right to [appeal, demand, request], waive [a rule, the requirements, current legislation], περισσότερα…

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση waive στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'waive'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης