waiter

Listen:
UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈweɪtər/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronuncation: IPA/ˈweɪtɚ/ ,USA pronunciation: respelling(wātər)

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
waiter nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (man: serves in restaurant)σερβιτόρος ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
  (καθομιλουμένη)γκαρσόνι ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
  (παλαιό, καθομιλουμένη)γκαρσόν ουσ ουδ άκλουσιαστικό ουδέτερο άκλιτο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους και δεν κλίνεται, π.χ. σάντουιτς, κομπιούτερ κλπ. Συχνά είναι ξενικής προέλευσης.
 The waiter brought the main course to the table.
 Ο σερβιτόρος έφερε το κυρίως πιάτο στο τραπέζι.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
waiter nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (person who is waiting)αυτός που περιμένει περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
Σχόλιο: Δεν υπάρχει ακριβής αντιστοιχία.
 The waiter stood on the street corner for an hour before giving up and leaving.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
dumb waiter nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (food elevator)αναβατόριο τροφίμων φρ ως ουσ ουδφράση ως ουσιαστικό ουδέτερο: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους, π.χ. ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα, απολυτήριο λυκείου κλπ.
 The cook placed the food inside the dumb waiter and pressed the button to send it up to the master's study on the second floor.
head waiter nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (highest-ranking food server)μετρ ουσ αρσ/θηλ άκλουσιαστικό αρσενικό/θηλυκό άκλιτο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού ή θηλυκού γένους και δεν κλίνεται, π.χ. ρόκερ, ντιτζέι κλπ. Συχνά είναι ξενικής προέλευσης.
  αρχισερβιτόρος ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
 Anthony is the head waiter at a restaurant.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'waiter' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
Συμφράσεις: a [cocktail, bar, nightclub, restaurant, personal] waiter, [a rude, a snappy, an efficient, a helpful] waiter, my name is [John], and I'll be your waiter [tonight, today], περισσότερα…

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση waiter στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'waiter'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης