wait on

Listen:


Σε αυτή τη σελίδα: wait on, wait
Ο όρος 'wait on' αποτελεί εναλλακτική του όρου 'wait'. Θα τον βρείτε σε μία ή περισσότερες από τις παρακάτω γραμμές.'wait on' is an alternate term for 'wait'. It is in one or more of the lines below.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
wait on [sb] vtr phrasal insepphrasal verb, transitive, inseparable: Verb with adverb(s) or preposition(s), having special meaning, not divisible--for example,"go with" [=combine nicely]: "Those red shoes don't go with my dress." NOT [S]"Those red shoes don't go my dress with."[/S] (bar, restaurant: serve) (ως σερβιτόρος)εξυπηρετώ ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  σερβίρω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 Gina was waiting on a customer at the restaurant.
 Η Τζίνα εξυπηρετούσε έναν πελάτη στο εστιατόριο.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
wait on [sb/sth] vi + prep (await)περιμένω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 Rachel was waiting on her brother's arrival.
 Η Ρέιτσελ περίμενε την άφιξη του αδερφού της.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
wait viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived." (remain in expectation)περιμένω ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
  αναμένω ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
  είμαι στην αναμονή έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 The results haven't come out yet, I am still waiting.
 Τα αποτελέσματα δεν έχουν βγει, ακόμα περιμένω.
wait for [sb/sth] vi + prep (await)περιμένω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  αναμένω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 I'm waiting for someone special.
 Περιμένω κάποιον ξεχωριστό.
wait for [sb/sth] to do [sth] vi + prep (await [sth])περιμένω κπ/κτ να κάνει κτ περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  αναμένω κπ/κτ να κάνει κτ περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 We are going to wait for the office to open.
 Θα περιμένουμε να ανοίξει το γραφείο.
wait viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived." (be available)περιμένω ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
 There are taxis waiting at the corner.
 Υπάρχουν ταξί που περιμένουν στη γωνία.
wait on [sb] vtr phrasal insepphrasal verb, transitive, inseparable: Verb with adverb(s) or preposition(s), having special meaning, not divisible--for example,"go with" [=combine nicely]: "Those red shoes don't go with my dress." NOT [S]"Those red shoes don't go my dress with."[/S] (serve food)σερβίρω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  (ένδειξη ενόχλησης)κάνω τον σερβιτόρο σε κπ περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  υπηρετώ ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 Get your own coffee; I'm not here to wait on you!
 Πάρε μόνος σου τον καφέ σου. Δεν είμαι εδώ για να σου κάνω τον σερβιτόρο!
wait nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (time spent waiting)αναμονή ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 I don't mind the wait.
 Δεν με ενοχλεί η αναμονή.
wait nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (delay)αναμονή ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 We are in for a long wait.
 Μας περιμένει μεγάλη αναμονή.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
wait [sth] for [sb] vtr + prep US, informal (postpone, delay)περιμένω κπ για κτ ρ μ + πρόθ
  (μέχρι να γίνει κάτι)καθυστερώ κτ ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 Please wait lunch for me; I'll be there in a moment.
 Παρακαλώ περιμένετέ με για το μεσημεριανό. Έρχομαι σε λίγο.
 Παρακαλώ καθυστερήστε λίγο το μεσημεριανό μέχρι να έρθω. Θα είμαι εκεί σε λίγο.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση wait on στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'wait on'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης