void

Listen:
UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈvɔɪd/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronuncation: IPA/vɔɪd/ ,USA pronunciation: respelling(void)

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
void adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (without force)άκυρος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
 The contract was declared void by the judge.
 Το συμβόλαιο θεωρήθηκε άκυρο από τον δικαστή.
void adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (invalid)άκυρος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
 This ticket is void.
 Αυτό το εισιτήριο είναι άκυρο.
void of [sth] adj + prep (lacking)που δεν έχει περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  (με γενική)κενός επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
 She was void of any sense of humour.
 Δεν είχε καμία αίσθηση του χιούμορ.
 Αυτή η πρόταση δεν είναι μετάφραση της αγγλικής πρότασης. Τα λόγια της ήταν κενά συναισθήματος.
void vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (to invalidate)ακυρώνω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 He voided the tickets when we got on the bus.
 Ακύρωσε τα εισιτήρια μόλις ανεβήκαμε στο λεωφορείο.
the void nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (emptiness)κενό ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 The satellite continued into the void.
 Ο δορυφόρος συνέχισε το ταξίδι του στο κενό.
 
Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
void adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." formal (empty)άδειος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
  κενός επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
 I peered in through the window, expecting to see Leah there, but the room was void.
 Κοίταξα μέσα στο δωμάτιο περιμένοντας να δω τη Λία, αλλά ήταν άδειο.
void adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (cards: with none) (χαρτοπαίγνια)δεν έχω περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 She was void in diamonds.
 Δεν είχε καρό.
void adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (check: not valid)άκυρος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
 The check was marked void and was worth nothing.
void nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (cards: lack of a suit)έλλειψη ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
  δεν έχω κτ περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 I have a void in spades.
void viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived." (physiology: evacuate) (γενικά)έχω κενώσεις περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  (ουροδόχος κύστη)ουρώ ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
  (έντερο)αφοδεύω ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
 He was unable to void for a while after the operation.
void vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (empty)αδειάζω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  εκκενώνω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 They voided the building of all its occupants.
void vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (physiology: evacuate)εκκενώνω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 The laxatives helped him to void his bowels.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
declare [sth] null and void v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (invalidate)ακυρώνω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 Their business relationship ended when the judge declared their contract null and void.
null and void adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (not valid)άκυρος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
 A new law makes our contract null and void.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'void' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
Συμφράσεις: void the [check, warranty, contract], a [static spatial, virtual] void, is void of any [responsibility, quality], περισσότερα…

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση void στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'void'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης