vigorous

Listen:
UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈvɪgərəs/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronuncation: IPA/ˈvɪgərəs/ ,USA pronunciation: respelling(vigər əs)

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
vigorous adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (energetic)ενεργητικός, δραστήριος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
 Vigorous exercise may help reduce the risk of catching the flu.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'vigorous' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση vigorous στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'vigorous'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης