vault

Listen:
UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈvɔːlt/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronuncation: IPA/vɔlt/ ,USA pronunciation: respelling(vôlt)

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
vault nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (architecture: arch)θόλος ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
 The ceiling vaults were very attractive.
 Οι θόλοι της οροφής ήταν πολύ ωραίοι.
vault nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (secure room in bank)θησαυροφυλάκιο ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 The bank manager unlocked the vault.
 Ο διευθυντής της τράπεζας ξεκλείδωσε το θησαυροφυλάκιο.
vault nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (crypt for burial)τάφος ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
  (χτιστός τάφος)κρύπτη ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 The pallbearers carried the coffin down into the vault.
vault nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (gym apparatus)ίππος ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
 The gymnast cleared the vault and landed neatly.
vault nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. countable (jump)άλμα ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 Michelle's vault took her to the other side of the barrier.
 Με ένα άλμα η Μισέλ πέρασε στην άλλη πλευρά του εμποδίου.
vault nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. uncountable (gym event, activity)άλμα ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
vault [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (jump over)πηδάω, πηδώ ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  υπερπηδώ ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 In a single bound, Adam vaulted the gate.
 Μονάχα με ένα άλμα, ο Άνταμ πήδησε την πύλη.
vault over [sth] vi + prep (jump over [sth])πηδάω, πηδώ ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  πηδάω πάνω από κτ περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  υπερπηδώ ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 The crowds began vaulting over the security barriers and the police couldn't hold them back.
 Το πλήθος άρχισε να πηδά πάνω από τα χωρίσματα ασφαλείας και η αστυνομία δεν μπορούσε να το συγκρατήσει.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
vault viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived." figurative (achieve [sth] quickly)πετυχαίνω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  (σε θέση)αναρριχώμαι ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
  (αναγνώριση, δόξα)κερδίζω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 The scientist vaulted to international fame after her amazing discovery.
vault [sb/sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." figurative (cause to achieve [sth](αναγνώριση, δόξα)χαρίζω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 His first movie vaulted him to fame.
 Η πρώτη του ταινία του χάρισε δόξα.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
bank vault nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (large armoured safe)χρηματοκιβώτιο τράπεζας περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  (μεγάλο, μη φορητό)θησαυροφυλάκιο ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 You can use the safe deposit boxes in the bank vault to keep your valuable papers safe.
pole vault,
pole-vault
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(type of sport)άλμα επί κοντώ ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 My favourite track and field event is the pole vault.
pole vault,
pole-vault
viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived."
(do this sport)κάνω άλμα επί κοντώ ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 He pole vaulted his way to an Olympic gold medal.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'vault' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
Συμφράσεις: the vault combination, is a vault cracker, vault over the [ledge, fence, gate], περισσότερα…

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση vault στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'vault'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης