vampire

UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈvæmpaɪər/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronuncation: IPA/ˈvæmpaɪr/ ,USA pronunciation: respelling(vamər)

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
vampire nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. abbreviation (vampire bat)νυχτερίδα βαμπίρ φρ ως ουσ θηλφράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.
 All vampires are New World species.
vampire nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (folklore: undead creature)βρικόλακας, βρυκόλακας ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
  βαμπίρ ουσ ουδ άκλουσιαστικό ουδέτερο άκλιτο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους και δεν κλίνεται, π.χ. σάντουιτς, κομπιούτερ κλπ. Συχνά είναι ξενικής προέλευσης.
  (ανεπίσημο)δράκουλας ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
 Eastern Europeans believed in vampires for centuries.
 Οι Ανατολικοευρωπαίοι πίστευαν στους βρικόλακες για αιώνες.
vampire nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (subculture: type of Goth) (αργκό)γκοθάς, γκοθού ουσ αρσ, ουσ θηλουσιαστικό αρσενικό, ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού και θηλυκού γένους. Αναφέρονται αμφότερα καθώς ο ξενόγλωσσος όρος αναφέρεται και στα δύο γένη.
 The club is popular with vampires and other kinds of Goth.
vampire nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. figurative, pejorative (person who preys on others) (μεταφορικά)βρικόλακας ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
  (μεταφορικά)επίφυτο ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
vampire bat nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (nocturnal mammal that feeds on blood)νυχτερίδα βαμπίρ φρ ως ουσ θηλφράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'vampire' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
Συμφράσεις: a [movie, famous, literary, feared] vampire, the vampire's [cape, fangs, coffin], the vampire [bit, sunk his teeth into] her neck, περισσότερα…

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση vampire στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'vampire'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης