vague

UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈveɪg/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronuncation: IPA/veɪg/ ,USA pronunciation: respelling(vāg)

Inflections of 'vague' (adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house."):
vaguer
adj comparative
vaguest
adj superlative

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
vague adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (not distinct)ασαφής, αόριστος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
  αμυδρός επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
  δυσδιάκριτος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
 Karen could make out a vague shape in the mist, but she wasn't sure what it was.
 Η Κάρεν μπορούσε να διακρίνει μια αόριστη μορφή μέσα στην ομίχλη αλλά δεν ήταν σίγουρη ποιος ήταν.
vague adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (memory)αμυδρός επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
  ασαφής, αόριστος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
  (καθομιλουμένη)γενικός επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
  (καθομ: θυμάμαι)μέσες άκρες έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 I have a vague recollection of meeting that man somewhere, but I can't remember where it was.
 Έχω μια αμυδρή ανάμνηση ότι κάπου έχω συναντήσει αυτόν τον άντρα αλλά δεν θυμάμαι πού.
vague adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (understanding)γενικός επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
  (αρνητική έννοια)ανεπαρκής επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
 Simon had to stand in for the maths teacher, despite only having a vague knowledge of the subject.
 Ο Σάιμον έπρεπε να αντικαταστήσει τον καθηγητή των μαθηματικών παρόλο που είχε μονάχα μια γενική γνώση του αντικειμένου.
vague adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (inattentive)αόριστος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
  (μεταφορικά)κενός, άδειος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
 The student gave the teacher a vague stare.
 Ο μαθητής κοιτούσε τη δασκάλα με άδειο βλέμμα.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
vague adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (not explicit)αόριστος, ασαφής επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
  (καθομιλουμένη)γενικός επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
  (αργκό)φλου επίθ άκλάκλιτο επίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.κυριλέ ντύσιμο, γκρι μαλλιά κλπ, και δεν αλλάζει ανάλογα με το γένος. Συχνά είναι ξενικής προέλευσης.
 The politician gave a vague answer, then tried to change the subject.
vague adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (not definite)αόριστος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
  ανεπιβεβαίωτος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
 There were vague rumours going around the office that the the boss was having an affair with one of the employees, but no one knew for sure.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
vague feeling nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (indistinct sensation or emotion)αόριστο αίσθημα ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 Jeremy had a vague feeling of dread as he walked into his boss's office for the meeting.
vague feeling nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (inkling, suspicion)αόριστη υποψία ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 I have a vague feeling that we might be wasting our money.
vague idea nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (indistinct notion)αμυδρή ιδέα ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 I have a vague idea of what I want to say, but I don't know how to phrase it.
vague memory nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. ([sth] remembered indistinctly)αμυδρή εικόνα ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 I have a vague memory of doing something stupid last night.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'vague' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
Συμφράσεις: a vague [explanation, answer, question, reply, response, message], [gave, received, offered] a vague [explanation], give vague [information, orders, instructions, promises], περισσότερα…

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση vague στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'vague'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης