vacuum

Listen:

UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈvækjʊəm/, /ˈvækjʊm/

US:USA pronuncation: IPAUSA pronuncation: IPA/ˈvækjum, -jəm/

US:USA pronunciation: respellingUSA pronunciation: respelling(vakyo̅o̅m, -yo̅o̅ əm, -yəm)


Inflections of 'vacuum' (nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.):
vacuums
nplplural noun: Noun always used in plural form--for example, "jeans," "scissors."
vacua
nplplural noun: Noun always used in plural form--for example, "jeans," "scissors." (Rare)

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
vacuum nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (physics)κενό ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
  κενό αέρος φρ ως ουσ ουδφράση ως ουσιαστικό ουδέτερο: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους, π.χ. ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα, απολυτήριο λυκείου κλπ.
 Nature abhors a vacuum.
 Η φύση απεχθάνεται το κενό.
vacuum nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (machine)ηλεκτρική σκούπα φρ ως ουσ θηλφράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.
  (καθομιλουμένη)ηλεκτρική επίθ ως ουσ θηλ
  (καθομιλουμένη: ηλεκτρική)σκούπα ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 Adam got the vacuum out to clear up after the party.
 Ο Άνταμ έβγαλε την ηλεκτρική σκούπα για να καθαρίσει μετά το πάρτι.
vacuum [sth],
also UK: Hoover,
hoover
vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat."
(clean by vacuuming)σκουπίζω με την ηλεκτρική, περνάω με την ηλεκτρική περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  (σε κάτι)βάζω σκούπα, βάζω ηλεκτρική περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 Julia vacuumed the carpet. I vacuum the living room every day.
 Η Τζούλια σκούπισε με την ηλεκτρική σκούπα το χαλί.
 Βάζω σκούπα στο σαλόνι κάθε μέρα.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
vacuum nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (sense of emptiness) (μεταφορικά)κενό ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 His wife's death left a vacuum in George's life.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
vacuum cleaner,
vacuum sweeper
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(cleaning appliance that uses suction)ηλεκτρική σκούπα ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 The vacuum cleaner wasn't working very well because I'd forgotten to empty it.
 Η ηλεκτρική σκούπα δεν λειτουργούσε πολύ καλά επειδή είχα ξεχάσει να την αδειάσω.
vacuum cleaner bag nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (sack for vacuumed dust)σακούλα για ηλεκτρική σκούπα περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
vacuum cleaning nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (cleaning using a vacuum cleaner)σκούπισμα με ηλεκτρική σκούπα φρ ως ουσ ουδφράση ως ουσιαστικό ουδέτερο: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους, π.χ. ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα, απολυτήριο λυκείου κλπ.
  καθαριότητα με ηλεκτρική σκούπα φρ ως ουσ θηλφράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.
  (αντικειμένου)πέρασμα με την ηλεκτρική φρ ως ουσ ουδφράση ως ουσιαστικό ουδέτερο: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους, π.χ. ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα, απολυτήριο λυκείου κλπ.
vacuum flask nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (resealable bottle)θερμός ουσ ουδ άκλουσιαστικό ουδέτερο άκλιτο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους και δεν κλίνεται, π.χ. σάντουιτς, κομπιούτερ κλπ. Συχνά είναι ξενικής προέλευσης.
vacuum pump (machinery)αντλία κενού φρ ως ουσ θηλφράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.
vacuum tube nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (electron tube in radios, etc.)λυχνία κενού φρ ως ουσ θηλφράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.
vacuum unit nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (appliance: suction pump)μονάδα αναρρόφησης φρ ως ουσ θηλφράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.
vacuum-packed adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (sealed in an airtight package)συσκευασμένος σε κενό αέρος περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'vacuum' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
Συμφράσεις: use a vacuum cleaner, is afraid of the vacuum cleaner, replace the vacuum bag, περισσότερα…

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση vacuum στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'vacuum'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης