utter

Listen:
UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈʌtər/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronuncation: IPA/ˈʌtɚ/ ,USA pronunciation: respelling(utər)

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
utter adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (complete)απόλυτος, πλήρης, παντελής επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
 Holidays in the sun by the sea, that's utter happiness.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
utter [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (say)αρθρώνω, εκφέρω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  (φωνή, κραυγή)βγάζω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  (κάτι κακό, αγενές κλπ)ξεστομίζω, εκστομίζω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  (γενικά)λέω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 Ian didn't utter a word in the meeting.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
complete and utter confusion nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (lack of understanding)πλήρης σύγχυση επίθ + ουσ θηλ
 The man's complete and utter confusion was obvious from the look on his face; I don't think he had a clue what I was talking about.
complete and utter confusion nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (disorder)πλήρης αταξία επίθ + ουσ θηλ
 The prankster shouted "Fire!", which threw the crowd into complete and utter confusion.
utter darkness nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (total absence of light)απόλυτο σκοτάδι, μαύρο σκοτάδι ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 When the last candle went out, we were in utter darkness.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'utter' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
Συμφράσεις: this is an utter waste of (my) [time, money, energy], the [journey, lesson, meeting] was an utter waste, [you are, I feel like, this was] an utter failure, περισσότερα…

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση utter στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'utter'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης